Οι ηγέτες του κόσμου «στροβιλίζονται» γύρω από το Πεκίνο, σε συνθήκες νέων ρευστών διεθνών ισορροπιών και αυξημένων εντάσεων. Από τις πρώτες εβδομάδες του 2026 μια σειρά κορυφαίων ηγετών του δυτικού κόσμου κατευθύνονται προς την κινεζική πρωτεύουσα.
Οι επισκέψεις αυτές πραγματοποιούνται ενώ οι στρατηγικές επιλογές του αμερικανικού ιμπεριαλισμού υπό τον Ντόναλντ Τραμπ -με αιχμή την επιβολή δασμών ακόμη και σε συμμάχους του ΝΑΤΟ, αλλά και τις γεωπολιτικές εντάσεις σε Ουκρανία και Γροιλανδία- ωθούν αρκετές κυβερνήσεις να επανεξετάσουν τη σχέση τους με το Πεκίνο. Στόχος τους είναι η αναζήτηση πολιτικού και οικονομικού αντίβαρου, καθώς και η διεύρυνση εμπορικών δυνατοτήτων.

Ύστερα από οκτώ χρόνια έντονων αντιπαραθέσεων, με αποκορύφωμα την υπόθεση της σύλληψης της κόρης του ιδρυτή της Huawei και οικονομικής διευθύντριας της εταιρείας, στον Καναδά, οι διμερείς σχέσεις Οτάβα –Πεκίνου ουσιαστικά επανεκκινούν. Η επίσκεψη του πρωθυπουργού, Μαρκ Κάρνεϊ, στο Πεκίνο από τις 13 έως τις 17 Ιανουαρίου -η πρώτη Καναδού πρωθυπουργού από το 2017- χαρακτηρίστηκε ορόσημο για την αποκατάσταση του διαλόγου. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των σχέσεων των δύο χωρών, σε συνθήκες αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας και όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Παράλληλα, ο Καναδάς επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις εμπορικές του σχέσεις μετά και την επιβολή αμερικανικών δασμών, με την Κίνα να αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό του εταίρο μετά τις ΗΠΑ.

Σε δηλώσεις του ο Κάρνεϊ μίλησε για την ανάγκη μιας «νέας στρατηγικής συνεργασίας», σημειώνοντας ότι οι δύο χώρες οφείλουν να οικοδομήσουν «μια σχέση που να ανταποκρίνεται στον κόσμο όπως είναι σήμερα – όχι στον κόσμο που θα θέλαμε». Επανέλαβε τη δέσμευση του Καναδά στην πολιτική της «μίας Κίνας» και έθεσε ως προτεραιότητες τη διεύρυνση της συνεργασίας στο εμπόριο, την ενέργεια και την τεχνολογία.

Από την πλευρά του, ο Σι Τζινπίνγκ υπογράμμισε τη σημασία της ενίσχυσης της συνεργασίας στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και των κοινών συμφερόντων, προτρέποντας σε εμβάθυνση των ανταλλαγών σε τομείς όπως ο πολιτισμός, η εκπαίδευση και οι επενδύσεις. Η συμφωνία για σημαντική μείωση των δασμών στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα και στα καναδικά αγροτικά προϊόντα αποτυπώνει τη σταδιακή εξομάλυνση της οικονομικής συνεργασίας, μετά από χρόνια εντάσεων και εμπορικών αντιποίνων.

Μετά την πρόσφατη επίσκεψη του Γάλλου προέδρου, σειρά φαίνεται να παίρνουν και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ προτίθεται να επισκεφθεί το Πεκίνο στα τέλη Ιανουαρίου ή στις αρχές Φεβρουαρίου, με στόχο την ενίσχυση των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων Βρετανίας – Κίνας. Εφόσον πραγματοποιηθεί, θα πρόκειται για την πρώτη επίσημη επίσκεψη Βρετανού πρωθυπουργού στην Κίνα από το 2018. Το προσχεδιαζόμενο ταξίδι συνοδεύεται από έντονο συμβολισμό, καθώς το Λονδίνο ενέκρινε πρόσφατα τη δημιουργία της μεγαλύτερης κινεζικής πρεσβείας στην Ευρώπη, παρά τις ενστάσεις για ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Ο ίδιος ο Στάρμερ έχει τονίσει ότι ο διάλογος με την Κίνα είναι αναγκαίος, χωρίς -όπως σημειώνει- να τίθενται σε κίνδυνο τα βρετανικά συμφέροντα.
Παράλληλα, δημοσιογραφικές πληροφορίες κάνουν λόγο για προετοιμασίες επίσκεψης του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς στο Πεκίνο στα τέλη Φεβρουαρίου, συνοδευόμενου από ισχυρή επιχειρηματική αντιπροσωπεία, με στόχο την περαιτέρω διεύρυνση των οικονομικών συμφωνιών.

Εάν τελικά πραγματοποιηθούν αυτές οι επισκέψεις, αλλά και η φημολογούμενη σύνοδος κορυφής Σι – Τραμπ την άνοιξη, ο Αμερικανός πρόεδρος θα είναι ο πέμπτος ηγέτης χώρας των G7 που επισκέπτεται την Κίνα μέσα σε διάστημα μόλις έξι μηνών.
Την ίδια ώρα, στην Ασία, οι σχέσεις Κίνας–Ιαπωνίας έχουν εισέλθει σε μία από τις σοβαρότερες διπλωματικές κρίσεις των τελευταίων ετών. Η ένταση πυροδοτήθηκε από δηλώσεις της Ιάπωνα πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι περί πιθανής στρατιωτικής αντίδρασης του Τόκιο σε κινεζική επίθεση στην Ταϊβάν, προκαλώντας σφοδρές αντιδράσεις από το Πεκίνο. Η κινεζική πίεση εκδηλώθηκε σε πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο, με άμεσο αντίκτυπο -μεταξύ άλλων- τη σημαντική μείωση του κινεζικού τουρισμού προς την Ιαπωνία τον Δεκέμβριο.
Η κρίση έλαβε και πολιτικές διαστάσεις, καθώς η Τακαΐτσι διέλυσε το κοινοβούλιο και προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τις 8 Φεβρουαρίου 2026, με κεντρικό άξονα την ενίσχυση της άμυνας και μια ευρύτερη εσωτερική ατζέντα, άμεσα συνδεδεμένη με την όξυνση των περιφερειακών εντάσεων.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσφατη επίσκεψη του προέδρου της Νότιας Κορέας στην Ιαπωνία αμέσως μετά την επίσκεψή του στην Κίνα, ως προσπάθεια διατήρησης λεπτών ισορροπιών σε μια περιοχή όπου οι μεγάλες δυνάμεις εντείνουν τη γεωστρατηγική τους πίεση. Ήταν η τρίτη διμερής συνάντηση από τον Οκτώβρη.
Οι κινήσεις αυτές αντανακλούν όχι μόνο οικονομικές επιδιώξεις, αλλά και τη ρευστότητα των σχέσεων με τις ΗΠΑ και το δυτικό στρατόπεδο. Παράλληλα, αναδεικνύουν μια ευρύτερη γεωπολιτική στροφή, όπου η Κίνα ενισχύει τον ρόλο της στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, επιχειρώντας να αντιστοιχίσει την αυξανόμενη οικονομική της ισχύ με διευρυμένη πολιτική και διπλωματική επιρροή.

Το Πεκίνο, σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον, εμφανίζεται ως υπέρμαχος της πολυμέρειας, της win-win συνεργασίας, του ελεύθερου εμπορίου, του σεβασμού της κυριαρχίας και των δικαιωμάτων των κρατών, ιδιαίτερα του λεγόμενου «παγκόσμιου νότου». Σκοπός είναι να ενισχύσει το διεθνές κύρος του προσδένοντας στο άρμα του σειρά χωρών, να μακιγιάρει την ιμπεριαλιστική του πολιτική και να διευρύνει τα ρήγματα στο δυτικό στρατόπεδο που δημιουργεί η πολιτική του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Στο πλαίσιο αυτό προωθεί σειρά διεθνών πρωτοβουλιών όπως η «Πρωτοβουλία για την Παγκόσμια Διακυβέρνηση», την οποία εξήγγειλε πέρυσι και στηρίζουν περισσότερες από 150 χώρες.

Θηριώδες εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας

Παρά τις αμερικανικές πιέσεις και τους δασμούς, η κινεζική οικονομία κατέγραψε για το 2025 ιστορικό ρεκόρ εμπορικού πλεονάσματος, που για πρώτη φορά ξεπέρασε το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει τη δυναμική της εξαγωγικής μηχανής της χώρας και τη θέση της στον παγκόσμιο εμπορικό χάρτη. Το ρεκόρ σημειώθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία οι κινεζικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 20%, ενώ οι εισαγωγές συνολικά υποχώρησαν κατά 14,6%. Αντίθετα, οι εξαγωγές προς την Αφρική αυξήθηκαν κατά 25,8% και προς τις χώρες του ASEAN κατά 13,4%, επιβεβαιώνοντας τη στροφή της Κίνας προς νέες αγορές και γεωοικονομικές κατευθύνσεις.