Η Βενεζουέλα βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο ιστορικό σταυροδρόμι μετά την απαγωγή και κράτηση του εκλεγμένου προέδρου Νικολάς Μαδούρο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ανάληψη της προσωρινής προεδρίας από τη Ντέλσι Ροδρίγκες δεν αποτελεί απλώς μια θεσμική μετάβαση, αλλά μια προσπάθεια διαχείρισης μιας σύνθετης κρίσης, όπου οι οικονομικές πιέσεις, ο ενεργειακός ανταγωνισμός και ο πόλεμος προπαγάνδας διαμορφώνουν καθημερινά νέα δεδομένα.
Υπό τη διαρκή στρατιωτική απειλή του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, η νέα ηγεσία επιχειρεί να κινηθεί σε ένα εξαιρετικά στενό πλαίσιο. Από τη μία πλευρά καλείται να αντιμετωπίσει την πίεση της Ουάσιγκτον, τις οικονομικές κυρώσεις και την προσπάθεια επιβολής νέων όρων στο ενεργειακό παιχνίδι της Καραϊβικής. Από την άλλη, να διατηρήσει τη συνέχεια της λεγόμενης «μπολιβαριανής διαδικασίας», που συνδέθηκε με την αντίσταση στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και την κατοχύρωση μιας πιο ανεξάρτητης πορείας.
Οι πρώτες κινήσεις της νέας ηγεσίας φαίνεται να εκκινούν από αυτή τη διπλή ανάγκη. Η μεταρρύθμιση του νόμου για τους υδρογονάνθρακες και τα ανοίγματα προς ξένες επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα παρουσιάζονται ως προσπάθεια επανεκκίνησης μιας οικονομίας που για χρόνια ασφυκτιά υπό κυρώσεις. Παράλληλα, η Ροδρίγκες έχει συνδέσει δημόσια την προοπτική πολιτικών εξελίξεων και εκλογικών διαδικασιών με την άρση των κυρώσεων, υποστηρίζοντας-όπως δήλωσε σε συνέντευξη στο NBC News -ότι «μια χώρα υπό συνεχή οικονομική πίεση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικά κυρίαρχη δημοκρατία». Η τοποθέτηση αυτή επαναλαμβάνει βασικές θέσεις της κυβέρνησης Μαδούρο από προηγούμενα χρόνια.
Ταυτόχρονα, το Καράκας επιχειρεί να διαφοροποιήσει τις διεθνείς του συνεργασίες. Η Ροδρίγκες ανακοίνωσε πρόσφατα ενεργειακή «στρατηγική συνεργασία» με την Ινδία, μετά από τηλεφωνική συνομιλία με τον πρωθυπουργό της χώρας, Ναρέντρα Μόντι.
Η εξέλιξη «ενόχλησε» την Ουάσιγκτον, η οποία προχώρησε σε νέες πειρατικές ενέργειες, με την κατάσχεση δύο ινδικών πετρελαιοφόρων που μετέφεραν πετρέλαιο της Βενεζουέλας στα διεθνή ύδατα του Ινδικού Ωκεανού. Το πιο πρόσφατο περιστατικό αφορούσε πλοίο που είχε αναχωρήσει από τη Βενεζουέλα στις 3 Ιανουαρίου, την ημέρα που απήχθη ο Μαδούρο.
Το πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό έξω από τη γενικότερη στρατηγική των ΗΠΑ για επανακαθορισμό της επιρροής τους στο λεγόμενο «δυτικό ημισφαίριο», όπως αποτυπώθηκε στην Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας.
Οι δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Ενέργειας, Κρις Ράιτ, στο Καράκας περί «αποστολής για ευημερία και σταθερότητα στο δυτικό ημισφαίριο» παραπέμπουν σε μια σύγχρονη εκδοχή του δόγματος Μονρόε, σε μια περίοδο όπου ο ανταγωνισμός με την Κίνα στη Λατινική Αμερική εντείνεται.
Η Βενεζουέλα, με τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Ενδεικτικό της αμερικανικής υποκρισίας και προπαγάνδας είναι ότι, παρά τις κυρώσεις και τη ρητορική σύγκρουσης όλα αυτά τα χρόνια, αμερικανικές εταιρείες όπως η Chevron δεν εγκατέλειψαν ποτέ πλήρως τη χώρα.
Παράλληλα, ευρωπαϊκά ενεργειακά μονοπώλια -BP, Eni, Shell, Repsol- συνεχίζουν να συμμετέχουν σε έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου, αποτυπώνοντας ότι πίσω από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις παραμένει ενεργός ένας σκληρός ανταγωνισμός για πρόσβαση στους πόρους.
Η πρόσφατη χαλάρωση των κυρώσεων μέσω γενικών αδειών του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών επέτρεψε στις εταιρείες αυτές να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους. Οι όροι, όμως, προβλέπουν ότι σημαντικά οικονομικά έσοδα θα ελέγχονται μέσω ειδικών λογαριασμών υπό αμερικανική εποπτεία, ενώ αποκλείονται συνεργασίες με εταιρείες που συνδέονται με την Κίνα, τη Ρωσία ή το Ιράν. Με άλλα λόγια, η χαλάρωση συνοδεύεται από μηχανισμούς επιτήρησης και γεωπολιτικού αποκλεισμού ανταγωνιστών.
Η αντίδραση της Μόσχας, με δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Σ. Λαβρόφ για ανάγκη διευκρινίσεων, δείχνει ότι η ενεργειακή σκακιέρα της Βενεζουέλας αποτελεί πεδίο ευρύτερης αντιπαράθεσης.
Οι κινήσεις των ΗΠΑ ώθησαν τη γαλλική πλευρά να χαρακτηρίσει το σχέδιο για επιστροφή στη Βενεζουέλα ως «πολύ δαπανηρό και πολύ ρυπογόνο», σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο του γαλλικού ενεργειακού κολοσσού TotalEnergies.
Η σύγκρουση δεν διεξάγεται μόνο στο πεδίο της οικονομίας ή της διπλωματίας. Ο πόλεμος προπαγάνδας έχει γίνει κεντρικός άξονας της αντιπαράθεσης. Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας διέψευσε πρόσφατα δημοσιεύματα για υποτιθέμενες αποστολές πετρελαίου προς το Ισραήλ, χαρακτηρίζοντάς τα ως παραπληροφόρηση με στόχο την αποσταθεροποίηση. Από την άλλη πλευρά, δυτικά μέσα επικεντρώνονται σε ζητήματα πολιτικής νομιμοποίησης και δημοκρατίας.
Στο εσωτερικό, η κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει την πολιτική συνοχή, προβάλλοντας τη λαϊκή συμμετοχή ως βασικό παράγοντα σταθερότητας. Οι κινητοποιήσεις της νεολαίας παρουσιάζονται ως ένδειξη πως ο λαός παραμένει ενεργός και έτοιμος να υπερασπιστεί την εθνική ανεξαρτησία. Το μήνυμα του ίδιου του Μαδούρο από τη φυλακή, ότι «κάνετε αυτό που πρέπει», λειτουργεί ως πολιτική νομιμοποίηση της τρέχουσας στρατηγικής, αλλά ταυτόχρονα αφήνει ανοικτό το ερώτημα για τα όρια των ελιγμών.
Η σημερινή πορεία της Βενεζουέλας μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο δρόμους. Από τη μία πλευρά, κινήσεις διαλόγου και ενεργειακής συνεργασίας με τις ΗΠΑ μπορεί να εκληφθούν ως αναγκαίος τακτικός ρεαλισμός σε συνθήκες πίεσης. Από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος τέτοιες κινήσεις να ανοίξουν τον δρόμο σε κομβικές υποχωρήσεις. Το αν πρόκειται για ρεαλιστική στρατηγική επιβίωσης ή για μια διαδικασία σταδιακής ενσωμάτωσης παραμένει, προς το παρόν, ανοιχτό ερώτημα.
Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη της κρίσης δεν θα καθοριστεί μόνο στα διπλωματικά γραφεία ή στα ενεργειακά συμβόλαια. Η σύγχρονη ιστορία της Βενεζουέλας έχει δείξει ότι ο καθοριστικός παράγοντας είναι η ενεργή παρουσία του λαϊκού παράγοντα. Η υπεράσπιση της κυριαρχίας και των κοινωνικών κατακτήσεων της τελευταίας περιόδου εξαρτάται από τη δυνατότητα του ίδιου του βενεζουελάνικου λαού να παρέμβει και να καθορίσει τις εξελίξεις.












