Η έκθεση του ΟΟΣΑ περιγράφει μια πολύ πιο ζοφερή εικόνα από αυτήν που προσπαθεί να παρουσιάσει ο υπουργός...

Στις 3 Δεκεμβρίου 2019 δημοσιεύθηκε η έκθεση του ΟΟΣΑ για το Σύστημα Υγείας στην Ελλάδα, όπου αναφέρονται -με τους αμείλικτους αριθμούς- πολλά θέματα, τα οποία μέχρι σήμερα έχουν αναφερθεί, και στα σημειώματα μας, αποσπασματικά κατά θέμα, καθώς και διαπιστώσεις που επιβεβαιώνουν εκτιμήσεις όσων προβληματίζονται.

Οι ασθενείς ιδιωτικά, δηλ. από την τσέπη τους, επιβαρύνονται για το 35%της δαπάνης για το Φάρμακο.

Οι μικτές δαπάνες για την Υγεία, ιδιωτικές και κρατικές, μειώθηκαν κατά 30% στη διάρκεια της κρίσης. Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται στο ½ του μέσου όρου της ΕΕ για την Υγεία κατέχοντας την 21η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Το 2017 η Ελλάδα διέθεσε το 8% του ΑΕΠ για την Υγεία, ενώ ο μέσος όρος για την ΕΕ ήταν 9,8%. Αυτό εξειδικεύεται σε 1623 ευρώ/άτομο, έναντι 2884 ευρώ, που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ.

Το 2019 η Ελλάδα έδωσε το ιστορικό χαμηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ, 5%, για δημόσιες δαπάνες για την Υγεία, από τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ. (Το Μνημόνιο Διαρκείας με τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα είναι δεσμευτικό μέχρι το 2022).

Οι «άτυπες» πληρωμές, κοινώς φακελάκι, είναι πάνω από το 25% των άμεσων ιδιωτικών πληρωμών.

Αναφέρεται ακόμη αύξηση της κατάθλιψης, αύξηση των αυτοκτονιών, αύξηση της βρεφικής θνησιμότητας κ.ά, που αξίζει να αναλυθούν σε ιδιαίτερα σημειώματα.

Παραδόξως, από τη συγκεκριμένη έκθεση, σε ηλεκτρονική δημοσίευση του ΣΚΑΪ (23/1/2020), μαθαίνουμε ότι «Η συνολική κατάσταση της υγείας του πληθυσμού αξιολογείται ως ικανοποιητική, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο των αναπτυγμένων χωρών του κόσμου», και επίσης ότι ο ΣΕΒ, βάσει της ίδιας έκθεσης σημειώνει σαν κύρια προβλήματα που απειλούν την υγεία των Ελλήνων το κάπνισμα, την ατμοσφαιρική ρύπανση και την παιδική παχυσαρκία. Θα μπορούσε κανείς να πει πολλά και για τις ακριβείς αναφορές του ΣΚΑΪ και για τις επισημάνσεις του ΣΕΒ. Σημειώνομε μόνο ότι στα υπαρκτά προβλήματα που αναφέρονται λείπει η αναφορά στην αιτία, που δεν είναι άλλη από την 10ετή κρίση στην οποία είναι βουτηγμένος ο Ελληνικός λαός με όλες τις συνέπειές της. Κοινωνική καθυστέρηση, μείωση του μορφωτικού επιπέδου, παραμέληση ή αδυναμία εφαρμογής των κανόνων υγιεινής ζωής κλπ, κλπ, ώστε τελικά το θύμα να φαίνεται σαν θύτης (του εαυτού του) και όλα να ανάγονται στην ατομική ευθύνη.

Για την προληπτική φροντίδα, από την έκθεση φαίνεται ότι η Ελλάδα είναι από τις χώρες με την μεγαλύτερη έλλειψη γενικών γιατρών, βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ σε νοσοκομειακά κρεβάτια ανά 1000 κατοίκους και ότι είναι η χώρα της ΕΕ με τον μικρότερο αριθμό νοσηλευτών ανά 1000 κατοίκους.

Η Ελλάδα δαπανά 20 ευρώ ανά άτομο για προληπτική φροντίδα έναντι των 89 ευρώ κατά μέσο όρο στην ΕΕ ή 1,3% των δαπανών για την Υγεία για πρόληψη, και μαζί με την Κύπρο και την Σλοβακία, κατέχουν τις 3 τελευταίες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.

Η εικόνα για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας σήμερα είναι η εξής: Μετά τις τυμπανοκρουσίες του ΣΥΡΙΖΑ για το Δίκτυο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, η ανάλυση λέει ότι λειτουργούν 127 Τοπικές Μονάδες Υγείας (ΤοΜΥ) από 239 που προβλέπονταν βάσει των κριτηρίων του νόμου, δηλ. καλύπτονται με πρωτοβάθμια περίθαλψη 2 εκατομμύρια κάτοικοι, δηλ. το 1/5 του πληθυσμού. Ο κυριότερος λόγος γι’ αυτό είναι η αδυναμία πλήρωσης των θέσεων των γενικών γιατρών, οι οποίοι δεν προσφέρονται για διορισμό, δεδομένου ότι στον ιδιωτικό τομέα έχουν καλύτερες αμοιβές. Η γενική φιλοσοφία της μεταρρύθμισης στην Πρωτοβάθμια Περίθαλψη είναι ο «γενικός γιατρός-πορτιέρης» (διεθνώς Gatekeeping), ή σε απλά ελληνικά, ο γενικός γιατρός καλείται να «κόβει» εξειδικευμένες εξετάσεις ή και νοσηλεία σε δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες δομές Υγείας, οι οποίες είναι ακριβότερες. Επίσης φαίνεται ότι ομάδες πολιτών δεν έχουν πρόσβαση στην Υγειονομική κάλυψη, ένα θέμα που έμεινε στην (μικρο)πολιτική αντιπαράθεση και δεν έχει ξεκαθαριστεί.

Συνολικά η κοινωνική πραγματικότητα δείχνει ότι το κυριότερο εμπόδιο στην πρόσβαση στην περίθαλψη είναι το κόστος, δεδομένου ότι η πρωτοβάθμια περίθαλψη ασκείται κυρίως από ιδιώτες γιατρούς.

Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, το Υπουργείο Υγείας προχωρεί σε «Μεταρρυθμίσεις για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας», εξειδικεύοντας τις Προγραμματικές Δηλώσεις της ηγεσίας του. Το Νομοσχέδιο, που ψηφίστηκε με μεγάλη πλειοψηφία από την Βουλή, χαρακτηρίζεται από πολύ αναλυτικά οργανωτικά-διοικητικά μέτρα, αν και αρκετά σημεία μένουν να οριστούν με υπουργικές αποφάσεις. Αναφέρεται αναλυτικά η στελέχωση από ιατρικό νοσηλευτικό και γενικά υγειονομικό προσωπικό, καθώς και διοικητικούς υπαλλήλους,καθώς και (πολύ φορτωμένο) καθηκοντολόγιο-αρμοδιότητες κάθε κλάδου. Μεγάλο ειδικό βάρος αναλογεί στους επισκέπτες/ριες υγείας και στους/τις κοινωνικούς λειτουργούς.

Μένει να δούμε στην πράξη τα κριτήρια ίδρυσης, λειτουργίας αξιολόγησης και αυτοαξιολόγησης και κυρίως την στελέχωση και τους όρους αμοιβής και συνθηκών δουλειάς του προσωπικού, πράγμα που θα έχει άμεση επίδραση στις παρεχόμενες υπηρεσίες στους πολίτες. Τα κρατικά κονδύλια για την Υγεία δεν αφήνουν περιθώρια για αισιοδοξία…