Πάλι τα ίδια...

‘Ολο και πιο ηχηρά ο λεγόμενος αντικαπιταλιστικός χώρος επαναφέρει το σύνθημα «κάτω η κυβέρνηση» και επιδιώκει να το θέσει ως «πολιτικό πρόταγμα», όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν τα στελέχη του, στους αγώνες και τις διεκδικήσεις του μαζικού κινήματος. «Αυτός ο νόμος πρέπει να ρίξει την κυβέρνηση Μητσοτάκη» γράφει το ΝΑΡ, «κάτω η κυβέρνηση της ΝΔ» φωνάζει το ΣΕΚ σε κάθε πορεία.

Πρόκειται για ένα σύνθημα-στόχο πάλης, που τα ρεύματα αυτού του χώρου ανασύρουν κάθε φορά που στη διακυβέρνηση βρίσκεται η επίσημη παράταξη της Δεξιάς και που, στην πραγματικότητα, δημιουργεί ένα σταθερό δίαυλο επικοινωνίας με τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας από τις οποίες και αξιοποιείται.

Οι ακραιφνείς τροτσκιστικές οργανώσεις, άλλωστε, υπήρξαν πάντα σταθερά στηρίγματα της σοσιαλδημοκρατίας σε Ευρώπη και Ελλάδα. Διόλου τυχαία, οι δυνάμεις του ΣΕΚ έφτασαν ακόμη και να ψηφίζουν «Σημίτη χωρίς αυταπάτες».

Ειδικά στη φάση ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ (2012-2015), το αντικαπιταλιστικό ρεύμα και οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έδωσαν μάχη, ώστε το «κάτω η κυβέρνηση» να βρεθεί στην προμετωπίδα όλων των αγώνων. Τη μάχη αυτή την έδωσαν από κοινού με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και τα αποτελέσματα αυτής της γραμμής και οι συνέπειες που είχε ακόμη και για τις ίδιες τις οργανώσεις που έθεταν τέτοιους πολιτικούς στόχους είναι γνωστά. Το «κάτω η κυβέρνηση» σήμαινε στην πραγματικότητα «πάνω ο ΣΥΡΙΖΑ» και η σοσιαλδημοκρατία του Τσίπρα το έκανε βούτυρο στο ψωμί της, παίρνοντας όχι μόνο ψήφους, αλλά και κομμάτια οργανωμένων δυνάμεων που φλέρταραν με την ιδέα της «αριστερής διακυβέρνησης».

Ένα βαθιά λαθεμένο
και επιζήμιο σύνθημα,
με τα ίδια σαθρά επιχειρήματα!

Και τότε και σήμερα πρόκειται για ένα ρεφορμιστικό σύνθημα εκλογικών αυταπατών και εξωραϊσμού του ρόλου της σοσιαλδημοκρατίας. Είναι ένα σύνθημα που δείχνει το εκλογικό παραβάν, όσο και αν οι φορείς του υποστηρίζουν το αντίθετο. Τα επιχειρήματα άλλωστε, που παραμένουν ίδια, κρίθηκαν στην πράξη.

Το σύνθημα «κάτω η κυβέρνηση» επενδύεται με χωροταξικές διευκρινίσεις του τύπου «από τα κάτω και από αριστερά». Σε κάθε κριτική οι φορείς του εμμονικά επιμένουν ότι το «δικό τους» «κάτω η κυβέρνηση» αφορά την ανατροπή που θα έρθει από αγώνες και όχι από εκλογές. Και σαν ύστατο επιχείρημα δε διστάζουν να χρησιμοποιούν τον Λένιν και τα αιτήματα που διατύπωναν οι μπολσεβίκοι σε προεπαναστατικές συνθήκες.

Το έχουμε πει πολλές φορές και το επαναλαμβάνουμε για όσους κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν. Τα πολιτικά συνθήματα βαφτίζονται στις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες εκφέρονται. Από αυτές αποκτούν το πραγματικό τους περιεχόμενο και από αυτές ορίζεται η θετική ή αρνητική συμβολή τους. Και όχι από αυτό που κατ’ ανάγκη έχει -ή ισχυρίζεται ότι έχει- στο μυαλό του αυτός που εκπέμπει το κάθε σύνθημα.

Όταν στην Ελλάδα του 2021 ακούγεται το «κάτω η κυβέρνηση», αυτό που ο καθένας καταλαβαίνει και σκέφτεται είναι εκλογές. Όχι οι εξωκοινοβουλευτικοί αγώνες και οι απεργίες. Και γι’ αυτό το λόγο είναι ξεκάθαρο ότι καλλιεργεί ρεφορμιστικές και εκλογικές αυταπάτες. Και υπονοεί ότι η εναλλακτική που σήμερα δεν μπορεί να είναι άλλη από το ΣΥΡΙΖΑ -ή από μια κυβέρνηση στην οποία θα έχει τον κύριο λόγο- είναι προς όφελος του λαού. Και γι’ αυτό το λόγο είναι σύνθημα που κατευθύνει το λαό στην αγκαλιά της σοσιαλδημοκρατίας.

Το «κάτω η κυβέρνηση» συνοδεύεται πάντα και από τα μεταβατικά προγράμματα τα οποία αποτελούν σταθερή πολιτική πλατφόρμα του αντικαπιταλιστικού ρεύματος. Των οποίων οι διαφορές με αυτά του ΣΥΡΙΖΑ (2015), του ΜέΡΑ25, της ΛΑΕ και του ΚΚΕ είναι δυσδιάκριτες. Και για το σύνολο αυτής της πολιτικής πρότασης οι δυνάμεις αυτές επικαλούνται πάντα τον Λένιν. Μόνο που «ξεχνούν» ότι ο Λένιν έθεσε αυτά τα ζητήματα, όταν η εργατική τάξη είχε πάρει τα όπλα. Και τότε πράγματι δεν καλλιεργούσαν ρεφορμιστικές και εκλογικές αυταπάτες.

Η «αλήθεια» τους
κρίθηκε στην πράξη!

Πριν το 2015 και την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, το «κάτω η κυβέρνηση» ήταν σημαία του αντικαπιταλιστικού χώρου. Στην κριτική ότι αυτό δίνει αέρα στα πανιά του ΣΥΡΙΖΑ, η απάντηση ήταν ότι μιλάμε για «ανατροπή της κυβέρνησης από τα κάτω και αριστερά» και ότι αυτό αφορά οποιαδήποτε κυβέρνηση.

Έχει ο καιρός γυρίσματα όμως. Και ο ΣΥΡΙΖΑ που κατάπιε αιτήματα σαν και αυτό και μαζί αρκετό αντικαπιταλιστικό χώρο, βρέθηκε στην εξουσία να εφαρμόζει μνημόνια, να ξεπουλάει τη χώρα, να περνάει προσοντολόγια, να θαυμάζει τον Τραμπ και να σηκώνει βάσεις και να χτίζει συμμαχίες με το Ισραήλ. Το «κάτω η κυβέρνηση» όμως εξαφανίστηκε, γιατί τότε όλοι καταλάβαιναν αυτό, που κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν τώρα. Ότι στη γωνία περίμενε η ΝΔ και ο Μητσοτάκης.

Από τα παραπάνω, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη πολιτική σοφία για να καταλάβει κανείς ότι το «κάτω η κυβέρνηση», συμπληρωμένο από τα μεταβατικά προγράμματα, αποτελεί μια σταθερή τροχιά διασύνδεσης του αντικαπιταλισμού με τη σοσιαλδημοκρατία και στην πραγματικότητα πολιτικά συνειδητής στήριξής της. Γιατί αυτό που γίνεται προμετωπίδα, όταν στην κυβέρνηση βρίσκεται η Δεξιά, ψιθυρίζεται ή εξαφανίζεται κατά τη διακυβέρνηση του σοσιαλδημοκρατικού πόλου.

Για τις αυταπάτες που θέλει να αναπαράγει ο ΣΥΡΙΖΑ και που αντικειμενικά καλλιεργούν και τα συνθήματα του τύπου «κάτω η κυβέρνηση», οφείλουμε να κρατήσουμε γερά τα συμπεράσματα της προηγούμενης περιόδου.

Το ερώτημα αν θα ήταν καλύτερα ή χειρότερα με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι κάλπικο. Δεν έχει καμία ισχύ και αντιμετωπίζει με στατικό και αντιδιαλεκτικό τρόπο τις κοινωνικές εξελίξεις.

Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιες πολιτικές εξελίξεις ευνόησε ο ΣΥΡΙΖΑ και ποιο μέλλον μπορεί να προδιαγράψει η επάνοδός του. Η πενταετής διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αυτή που ανέστησε τη σχεδόν διαλυμένη Δεξιά, την εξωράισε και την εμφάνισε δικαιωμένη. Ήταν αυτή που αφόπλισε το κίνημα και επανέφερε τη ΝΔ πιο αντιδραστική και αποχαλινωμένη. Αυτό μόνο μπορεί να υποσχεθεί και να προετοιμάσει μια νέα πρόβα της σοσιαλδημοκρατίας του ΣΥΡΙΖΑ και τίποτε διαφορετικό.

Η επανάληψη του ίδιου λάθους
τροχοπέδη και παγίδα για το κίνημα!

Ειδικά στη φάση που διανύουμε, στη φάση που η κυβέρνηση της ΝΔ εξαπολύει μια σφοδρή επίθεση, όσο και αν το «κάτω η κυβέρνηση» ντύνεται με «επιθετικά αιτήματα» για «πενθήμερα, 6ωρα και 30ωρα» και άλλους βολονταρισμούς, στην πραγματικότητα μαρτυρά την έλλειψη πίστης στη γραμμή των αγώνων και την προσαρμογή στις «ρεαλιστικές» διεξόδους του συστήματος.

Μετά από μια περίοδο όπου αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα σημαντικοί αγώνες, σε πρωτόγνωρες μεταπολιτευτικά συνθήκες, με τον καθοριστικό ρόλο οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, το κίνημα κατάφερε να σπάσει τις χουντικές απαγορεύσεις και να αναστείλει τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς για την επιβολή ενός αντιδραστικού καθεστώτος. Από τη στιγμή που έσπασαν οι απαγορεύσεις και μετά, ΜέΡΑ25, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ έχουν ακροβολιστεί και επιχειρώντας -όπως πάντα- να καπηλευτούν τους αγώνες του προηγούμενου διαστήματος, από τους οποίους ήταν οι μεγάλοι απόντες, είναι έτοιμοι να βυθίσουν την αγανάκτηση και την οργή -που αναπόφευκτα θα εκδηλωθεί- σε νέες εκλογικές αυταπάτες και να κατευθύνουν τις προοδευτικές συνειδήσεις για μια ακόμη φορά στην παγίδα της κάλπης. Από αυτή την άποψη, επειδή το «κάτω η κυβέρνηση» οι κοινοβουλευτικές ρεφορμιστικές δυνάμεις και πρώτα και κύρια ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτοί που θα το θρέψουν και θα το αξιοποιήσουν, ο αντικαπιταλιστικός χώρος οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες του. Γιατί είτε από αφέλεια, είτε ακόμα χειρότερα συνειδητά, το σύνθημα συγκεκριμένη δύναμη υπηρετεί. Και αυτή, όπως αποδείχτηκε και στο παρελθόν, δεν είναι η «αντικαπιταλιστική αριστερά».
Και σίγουρα σε καμία περίπτωση δεν υπηρετεί το κίνημα.