Ανακοίνωση του Μ-Λ ΚΚΕ

1. Με τη στρατιωτική επίθεση που εξαπέλυσε η Τουρκία στη βόρεια Συρία πριν δυο μήνες, διαθέτοντας το «πράσινο φως» της Ουάσιγκτον και της Μόσχας, προχώρησε στη βάναυση καταπάτηση της εδαφικής ακεραιότητας μιας ανεξάρτητης και κυρίαρχης χώρας, επιβεβαιώνοντας έμπρακτα τις διακηρύξεις των εκπροσώπων της άρχουσας τάξης της Τουρκίας για «αναθεώρηση» της Συνθήκης της Λοζάνης, που θέτουν ζήτημα αλλαγής συνόρων, αποσπώντας με πόλεμο εδάφη από τη Συρία και το Ιράκ. Η εισβολή της Τουρκίας στη Συρία τον Οκτώβρη με τη χαρακτηριστική ονομασία «πηγή της ειρήνης», ήταν η τρίτη κατά σειρά τα τελευταία τρία χρόνια. Είχε προηγηθεί η πρώτη εισβολή τον Αύγουστο του 2016 με την ονομασία «ασπίδα του Ευφράτη», η δεύτερη εισβολή τον Γενάρη του 2018, με την ονομασία «κλάδος ελαίας», και χρειάστηκε και η τρίτη για να πετύχει τους επιθετικούς σκοπούς της η Άγκυρα, καθώς στο διάστημα αυτό σημειώθηκαν σοβαρές αλλαγές και ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή και τη Συρία και βρέθηκε τώρα ο Ερντογάν να διαθέτει την ανοχή ή και τη στήριξη για διαφορετικούς λόγους και του Τραμπ και του Πούτιν.

Καθώς πέτυχε τους βασικούς σκοπούς της η κυβέρνηση της Τουρκίας στα ανατολικά της σύνορα με τη κατάληψη εδαφών της Συρίας, ξεριζώνοντας τους Κούρδους από τα εδάφη τους, και δημιουργώντας μια «ζώνη ασφαλείας» 32 χιλιομέτρων στη βόρεια Συρία, δημιουργώντας δηλαδή ένα προτεκτοράτο υπό τον έλεγχό της και με τις ευλογίες των ΗΠΑ, στράφηκε με φουσκωμένα τα πανιά της και τον αέρα του νικητή στα δυτικά της σύνορα, οριοθετώντας και «φωτογραφίζοντας» τα σύνορα της «γαλάζιας πατρίδας» στο μέσον του Αιγαίου πελάγους, παραβιάζοντας ταυτόχρονα τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου, πραγματοποιώντας γεωτρήσεις μέσα στην κυπριακή ΑΟΖ και απειλώντας προκλητικά την Κύπρο με επανάληψη της στρατιωτικής εισβολής του 1974.

2. Κλιμακώνοντας τις επιθετικές της κινήσεις η ηγεσία του τουρκικού κράτους και ενεργώντας με την πεποίθηση ότι αποτελεί μια ηγεμονική περιφερειακή δύναμη που επηρεάζει και διαμορφώνει τις εξελίξεις στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και μπορεί να καλύψει το κενό ισχύος που δημιουργείται από την εξασθένιση των θέσεων των ΗΠΑ, δίπλα στις μέχρι τώρα πάγιες αξιώσεις της προχώρησε σε μια ευρύτερη επιθετική κίνηση καταπατώντας κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και ανατρέποντας τα μέχρι σήμερα δεδομένα. Οριοθέτησε τις θαλάσσιες ζώνες της με τη Λιβύη, ανακηρύσσοντας τις ΑΟΖ και ενώνοντας τα παράλια των δυο χωρών με ένα τεράστιο θαλάσσιο διάδρομο, που τεμαχίζει την Ανατολική Μεσόγειο και αναγορεύει την Τουρκία σε δραγουμάνο της, αποκλείει την Ελλάδα από όλη την νοτιανατολική θαλάσσια περιοχή που εκτείνεται πέρα από τα νησιά της τα οποία αγνοεί εντελώς, τινάζει στον αέρα τα μεγαλεπήβολα σχέδια της ντόπιας άρχουσας τάξης για συνένωση της ελληνικής και κυπριακής ΑΟΖ, ενώ αποκλείει τη διέλευση κάθε υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου από την Α. Μεσόγειο στην Ευρώπη χωρίς την έγκριση της Τουρκίας. Ταυτόχρονα προχώρησε στην υπογραφή στρατιωτικής συμφωνίας με τη Λιβύη, που προβλέπει σύμφωνα με δήλωση του ίδιου του Ερντογάν, ότι η Τουρκία θα στείλει στρατό στη Λιβύη αν το ζητήσει η κυβέρνησή της, επιχειρώντας να θωρακίσει στρατιωτικά τη συμφωνία για τις ΑΟΖ και να αποτρέψει την άσκηση πολιτικο-στρατιωτικών πιέσεων και επεμβάσεων στη σύμμαχό της, καθώς η κατάσταση στη Λιβύη είναι κρίσιμη και μπορεί η κυβέρνηση να ανατραπεί και μαζί της να ναυαγήσει και η συμφωνία. Δήλωσε συγκεκριμένα: «Όταν έρθει μία τέτοια πρόσκληση από το λαό ή την κυβέρνηση της Λιβύης, τότε θα ανταποκριθούμε αμέσως. Δεν θα πάρουμε άδεια από πουθενά».

3. Με την κίνησή της αυτή η άρχουσα τάξη της Τουρκίας δημιουργεί μια νέα πολιτική κατάσταση στην περιοχή, τροποποιεί τους συσχετισμούς δυνάμεων υπέρ της και είναι έτοιμη να προβάλει τις διεκδικήσεις της από θέση ισχύος, είτε οδηγηθούν τα πράγματα κάτω από την πίεση του διεθνούς ιμπεριαλιστικού παράγοντα σε παζάρια για μοίρασμα και «συνεκμετάλλευση» του υποθαλάσσιου πλούτου, είτε κλιμακωθεί η ένταση και οδηγηθούμε σε στρατιωτικές περιπέτειες. Προς το παρόν όλα δείχνουν πως θα κλιμακωθεί η κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις με νέες επιθετικές κινήσεις από την πλευρά της Άγκυρας. Όπως καταπάτησε η τουρκική κυβέρνηση την κυπριακή ΑΟΖ πραγματοποιώντας γεωτρήσεις πάνω σε αυτή με την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων, ακυρώνοντας όλους τους σχεδιασμούς της κυπριακής κυβέρνησης που πίστεψε ότι επειδή ξεπούλησε τον πλούτο της στα δυτικά πολυεθνικά μονοπώλια θα την προστατέψουν, έτσι και τώρα η Άγκυρα, προαναγγέλλει, ότι τις επόμενες εβδομάδες θα στείλει τα γεωτρύπανά της στην οριοθετημένη τουρκο-λυβική ΑΟΖ, το πιθανότερο νότια της Κρήτης, για να ξεκινήσουν γεωτρήσεις, με τη συνοδεία πολεμικών της πλοίων και με προφανή σκοπό να κατοχυρώσει, να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα και να επιβάλει ντε φάκτο τις επεκτατικές διεκδικήσεις της.

Ταυτόχρονα με συνεχείς απειλητικές δηλώσεις τους, οι κυβερνητικοί παράγοντες της Τουρκίας πυροδοτούν κλίμα έντασης και εθνικιστικής υστερίας, ασκώντας τη μέγιστη πίεση, κάνοντας διαρκώς αναφορές στο 1922 και 1974, «όταν σας πετάξαμε στη θάλασσα», αλλά και για το σήμερα, όπως αυτή του Ερντογάν ότι «τα χέρια της Ελλάδας δέθηκαν από τη συμφωνία με τη Λιβύη κι αυτό την τρέλανε».

Η έμπρακτη αμφισβήτηση από την πλευρά της Τουρκίας των Διεθνών Συνθηκών που ρυθμίζουν τα σύνορα της περιοχής στη στεριά και τη θάλασσα, με την στρατιωτική εισβολή στη Συρία, με τις προκλητικές παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου, με τις συνεχείς παραβιάσεις και παραβάσεις του ελληνικού εναέριου και θαλάσσιου χώρου στο Αιγαίο και τώρα με την τουρκο-λυβυκική συμφωνία που οξύνει στο έπακρο την κρίση, σε μία γειτονική Μέση Ανατολή που φλέγεται από τις πολεμικές επιχειρήσεις και ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστών, όλες αυτές οι εξελίξεις ωθούν σε κλιμάκωση της έντασης και δημιουργούν ένα εύφλεκτο έδαφος που απειλεί να πυροδοτήσει επικίνδυνες τυχοδιωκτικές πολεμικές περιπέτειες και συγκρούσεις στην άμεση περιοχή μας. Όπως δείχνει η ιστορία, όποιος τρέφει επεκτατικές βλέψεις σε βάρος άλλης χώρας και εκτοξεύει απειλές ενάντια στην εδαφική της ακεραιότητα, αυτός όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες δεν θα διστάσει να φτάσει μέχρι τον πόλεμο για να τις πραγματοποιήσει.

4. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επηρεάζονται καθοριστικά από τα συμφέροντα και τις παρεμβάσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και τον ανταγωνισμό τους για τον έλεγχο πάνω στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, που προσλαμβάνει τώρα οξύτατη μορφή λόγω της διαμάχης που ξέσπασε για την εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου πλούτου, τον καθορισμό της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης των χωρών της περιοχής και την πρόσφατη συμφωνία Τουρκίας- Λιβύης.

Οι ντόπιες κυβερνήσεις της άρχουσας τάξης, δεμένες σφιχτά στο άρμα του ιμπεριαλισμού και αντιμέτωπες με τις συνέπειες της καταστροφικής πολιτικής τους στο εσωτερικό, εφαρμόζουν μια διπλή πολιτική υποτέλειας και τυχοδιωκτισμού, που στρέφεται ενάντια στα πραγματικά εθνικά συμφέροντα και εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για το λαό μας.

Από τη μια, προσπαθούν να κατευνάσουν την επιθετικότητα της Άγκυρας με μια πολιτική ενδοτισμού και υποχωρήσεων, αποφεύγοντας να ανακηρύξουν τις AOZ ακόμη και σε περιοχές που δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα μαζί της, και, από την άλλη, για να εξισορροπήσουν τις πιέσεις και τους εκβιασμούς, προχώρησαν στην αμερικανόπνευστη «στρατηγική συμμαχία» με το σιωνιστικό Ισραήλ και το φασιστικό καθεστώς της Αιγύπτου, εμπλέκοντας με τυχοδιωκτικό τρόπο τη χώρα μας στη φιλοπόλεμη πολιτική των ΗΠΑ και του ισραηλινού σιωνισμού και θέτοντας σε μεγάλους κινδύνους το λαό μας.

Έτσι η ντόπια μεγαλοαστική τάξη και οι κυβερνήσεις της πίστεψαν τα τελευταία χρόνια πως θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν προς όφελός τους τα προβλήματα στις αμερικανο-τουρκικές και τουρκο–ισραηλινές σχέσεις, προκειμένου να διεκδικήσουν ουσιαστικότερο ρόλο και μερίδιο στην περιοχή, να φρενάρουν τις επεκτατικές βλέψεις της Άγκυρας, ακόμη και να τη «στριμώξουν» στον καθορισμό των ΑΟΖ και να περιορίσουν την έκταση της «γαλάζιας πατρίδας», με το απατηλό όνειρο μιας ελληνο-κυπριακής ΑΟΖ ανάμεσα στην Κρήτη και την Κύπρο.

Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής τόσο η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και η σημερινή της ΝΔ, υπερθεματίζοντας στην πολιτική εθνικής υποτέλειας που εφάρμοσαν όλες οι κυβερνήσεις της ξενόδουλης άρχουσας τάξης, πρόσφεραν και προσφέρουν τα πάντα στους υπερατλαντικούς συμμάχους και στα πολυεθνικά τους μονοπώλια, αναζητούν στήριξη, προστασία και “δικαίωση” στους ιμπεριαλιστές, δυναμώνοντας τους πολιτικούς και στρατιωτικούς δεσμούς εξάρτησης με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση κινείται και η κυβέρνηση της Κύπρου, ποντάροντας στην ίδια αμερικανοστήριχτη «στρατηγική συμμαχία», προσφέροντας τον πλούτο της και αναζητώντας προστασία από αυτούς που ευθύνονται για την τραγωδία της και τα πολύχρονα δεινά της, για να βρεθεί τώρα ξανά έκθετη, μπροστά στους εκβιασμούς της Τουρκίας που απειλεί, είτε με ένα νέο 1974, είτε με μια «λύση» του κυπριακού προβλήματος ίδια και χειρότερη από αυτή που προέβλεπε το σχέδιο Ανάν.

Τώρα μπροστά στην τουρκο-λιβυκή συμφωνία που τινάζει στον αέρα τα σχέδια επί χάρτου και τις φρούδες ελπίδες της ντόπιας άρχουσας τάξης, η κυβέρνηση της Δεξιάς και όλο το αστικό πολιτικό σύστημα φαίνονται αιφνιδιασμένοι, τρέχουν πανικόβλητοι, βγάζουν εθνικιστικές κραυγές, εκλιπαρούν τα ξένα αφεντικά τους και προχωρούν σε σπασμωδικές κινήσεις, όπως αυτή της απέλασης του Λίβυου πρέσβη με το γελοίο επιχείρημα ότι αρνήθηκε να παραδώσει τη συμφωνία ! (Γιατί αλήθεια δεν έκαναν το ίδιο και με τον Τούρκο πρέσβη;). Τη μια ώρα διακήρυσσαν από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας πως διακόπηκαν οι συνομιλίες για τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης με την Τουρκία και την άλλη στιγμή ξεκαθάριζαν από το πρωθυπουργικό Γραφείο πως οι συνομιλίες συνεχίζονται κανονικά!

ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και τα άλλα αστικά κόμματα, στο πλαίσιο του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής που συνεδρίασε έκτακτα, κινούνται στη γραμμή της «εθνικής ενότητας και ομοψυχίας» και λιβανίζει το ένα το άλλο για την φιλοαμερικάνικη και φιλονατοϊκή πολιτική που εφάρμοσε και εφαρμόζει και πως η σωτηρία της χώρας θα έρθει από τους δυτικούς προστάτες. Σε αυτούς προστρέχει ο Μητσοτάκης για να ικετέψει βοήθεια, στο Συμβούλιο Κορυφής της ΕΕ σήμερα, και σε λίγες εβδομάδες στην Ουάσιγκτον στον Τραμπ. Και πανηγυρίζουν οι ντόπιοι λακέδες για τη μεγάλη δήθεν υποστήριξη και βοήθεια που προσφέρουν στο λαό και τη χώρα τα ξένα αφεντικά τους -κάποια υποκριτικά λόγια συμπάθειας- καλλιεργώντας το πνεύμα της ξενοδουλείας και του ραγιαδισμού που τους διαποτίζει από τα γεννοφάσκια τους.

Οι Κούρδοι, που πίστεψαν στην «προστασία» των ΗΠΑ, διαπίστωσαν πικρά πως οι «σύμμαχοί» τους δεν δίστασαν στιγμή να τους παραδώσουν στο λεπίδι του Ερντογάν, όπως είχαν κάνει και με την Κύπρο το 1974, γιατί για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό η απομάκρυνση της Τουρκίας από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ θα επέφερε ανεπανόρθωτο πλήγμα στα γεωστρατηγικά τους συμφέροντα στη Μέση Ανατολή, την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια, τον Εύξεινο Πόντο και τον Καύκασο.

5. Η πολιτική ειρήνης και φιλίας ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, θα ήταν σίγουρα προς το συμφέρον των δυο λαών μας, αλλά αυτό είναι αδύνατο να επιτευχθεί κάτω από τον έλεγχο και την κηδεμονία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και ούτε μπορεί να έχει σχέση με τα παζάρια και την «ταχτοποίηση» των διαφορών ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις της Τουρκίας και της Ελλάδας.

Οι λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Αντίθετα μπορούν να συμβιώσουν ειρηνικά, αναπτύσσοντας την πάλη τους ενάντια στη σοβινιστική και εθνικιστική υστερία των κυρίαρχων τάξεων της Τουρκίας και της Ελλάδας, την υποδαύλιση του εθνικού μίσους ανάμεσα στις δύο χώρες και τους λαούς, την καλλιέργεια επεκτατικών βλέψεων και αλλαγής συνόρων.

Μόνο ο κοινός αγώνας των λαών Ελλάδας και Τουρκίας ενάντια στους κοινούς εχθρούς τους, τον ιμπεριαλισμό και τις ντόπιες κυρίαρχες τάξεις, τα ξένα πολυεθνικά μονοπώλια που έρχονται να καταληστεύουν τον εθνικό τους πλούτο, είναι σε θέση να οδηγήσει σε μία φιλειρηνική επίλυση των προβλημάτων και να συμβάλει στον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία και την απαλλαγή τους από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά.

12 Δεκεμβρίου 2019