Πάλι τα ίδια...

Στις 12 Ιούλη με δημόσια εκδήλωση στην Αθήνα έκανε την εμφάνισή της η «Αριστερή Πρωτοβουλία Διαλόγου και Δράσης». Σύμφωνα με την Ανακοίνωσή της σε αυτήν «συμμετέχουν, στηρίζουν ή παρακολουθούν οι οργανώσεις ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ, ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ, ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΡΕΥΜΑ, ΔΕΑ, ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ, ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ, ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ».

Στη Διακήρυξη που έδωσε στη δημοσιότητα και υπογράφεται από 178 άτομα αυτοπαρουσιάζεται ως μια «ανοιχτή Αριστερή Πρωτοβουλία» που επιδιώκει «το διάλογο και την κοινή δράση με την ισότιμη συμμετοχή ανένταχτων αγωνιστών, αγωνιστριών καθώς και οργανωμένων δυνάμεων της ριζοσπαστικής και ανατρεπτικής Αριστεράς» που «προσβλέπει σε μια νέα Αριστερά του σύγχρονου σχεδίου ανατροπής» και θέτει ως «προοπτική» της τη «συγκρότηση ενός αριστερού ριζοσπαστικού πολιτικού μετώπου».

Η Διακήρυξη προσπαθεί να δικαιολογήσει τη δημιουργία της «Πρωτοβουλίας» επαναλαμβάνοντας το επιχείρημα ότι «η Αριστερά αποδείχτηκε ανεπαρκής για νέες προγραμματικές επεξεργασίες» και χρειάζεται «επανίδρυσή» της, το οποίο έχει ξανακουστεί και χρησιμοποιηθεί σε όλες τις ατελέσφορες «πρωτοβουλίες» που αναλαμβάνουν κατά καιρούς δυνάμεις της «αντικαπιταλιστικής» και της «ριζοσπαστικής αριστεράς». Και, βέβαια, χωρίς η ίδια να παρουσιάζει μια τέτοια «προγραμματική επεξεργασία».

Από άποψη περιεχομένου η Διακήρυξη είναι ένα γενικόλογο πολιτικό κείμενο που αποφεύγει συγκεκριμένες τοποθετήσεις σε καίρια ζητήματα της περιόδου που διανύουμε και χρησιμοποιεί ορολογία που συναντά κανείς στα πολιτικά κείμενα της «αντικαπιταλιστικής αριστεράς« και της «ριζοσπαστικής αριστεράς» των πρώτων χρόνων του ΣΥΡΙΖΑ. Αν και δηλώνει το διαχωρισμό της από τον «μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ», ωστόσο μέσα από τις διατυπώσεις της αναδύεται και το νήμα που τη συνδέει με την πολιτική του προμνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ, αφού σύμφωνα με τη Διακήρυξη η «αριστερή κυβέρνηση» είχε «τραγική κατάληξη» όχι γιατί αντιπροσώπευε μια αντιαριστερή πολιτική αλλά γιατί «εξαέρωσε την ελπίδα στις Βρυξέλλες» (γιατί δηλαδή την «πρόδωσε» η ηγεσία του Τσίπρα). Έτσι έβλεπαν την πολιτική του προμνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ οι δυνάμεις που τώρα δημιουργούν την «Αριστερή Πρωτοβουλία» και οι οποίες είτε συμμετείχαν σε αυτόν ή σέρνονταν μέχρι το δημοψήφισμα σχεδόν πίσω από αυτόν.

Αυτά όλα δείχνουν και ποιο πολιτικό φορτίο κουβαλά η νεοεμφανιζόμενη «Πρωτοβουλία», τη Διακήρυξη της οποίας δεν την υπογράφουν και τόσο νεοεμφανιζόμενα άτομα. Ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς έδρασαν σαν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ή και δρουν τώρα στα πλαίσια της ΛΑΕ και οργανώσεων της «αντικαπιταλιστικής αριστεράς». Αποτέλεσαν μέσα στην πανδημία φορείς της πολιτικής άποψης «θα λογαριαστούμε μετά» με την κυβερνητική πολιτική. Από τις 9 οργανώσεις που συμμετέχουν ή στηρίζουν την «Αριστερή Πρωτοβουλία» ένα μεγάλο μέρος τους έχουν αποτελέσει στο πρόσφατο παρελθόν τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ και της ΛΑΕ και τμήμα του ΝΑΡ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του τροτσκιστικού χώρου.

Δεν φέρνει, λοιπόν, κάτι πολιτικά καινούργιο η «Αριστερή Πρωτοβουλία Διαλόγου και Δράσης». Ακόμα και ο τρόπος που πάει να δημιουργηθεί είναι μια αναπαραγωγή της πολιτικής μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ, τότε πριν το 2004 που ξεκίνησε αυτή με τη δημιουργία ενός ομώνυμου «Χώρου Διαλόγου και Δράσης» από οργανώσεις και δυνάμεις της «ανανεωτικής Αριστεράς», με στόχο τη δημιουργία ενός «μετώπου της ριζοσπαστικής αριστεράς», ο οποίος στη συνέχεια πλαισιώθηκε και από οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά ένα εγχείρημα μιας ανασύνθεσης ή ανακύκλωσης των συνεργασιών της εξωκοινοβουλευτικής «ριζοσπαστικής» και «αντικαπιταλιστικής αριστεράς», που τις έχουμε παρακολουθήσει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια. Στο οποίο είναι εμφανές ότι, όπως συνέβη και παλιότερα, σαν σπινθήρας λειτουργεί το ενδεχόμενο να γίνουν βουλευτικές εκλογές ίσως και το φθινόπωρο. Γι’ αυτό και οι δυνάμεις που το επιχειρούν εμφανίστηκαν ως επισπεύδουσες στη δημιουργία του.

Ο καιροσκοπισμός που χαρακτηρίζει το εγχείρημα φαίνεται και από το ότι το 2019 οι οργανώσεις ΑΡΑΝ, ΚΙΝΗΣΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ – ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ, ΣΥΛΛΟΓΟΣ Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ δημιούργησαν μια άλλη συνεργασία, το «Συντονισμό δράσης και διαλόγου των κομμουνιστικών δυνάμεων», με στόχο την «προγραμματική ανασύνθεση της κομμουνιστικής και επαναστατικής Αριστεράς» και τη «δημιουργία ενός σύγχρονου κοινωνικοπολιτικού μετώπου». Δύο χρόνια μετά, τώρα, οι 4 από τις 5 αυτές οργανώσεις συμμετέχουν σε μια νέα συνεργασία, στην «Αριστερή Πρωτοβουλία Διαλόγου και Δράσης» για παρόμοιους στόχους, με μόνη διαφωνούσα την οργάνωση ΚΙΝΗΣΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ – ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ που ανακοίνωσε ότι «δεν συμμετέχει στην Αριστερή Πρωτοβουλία» θεωρώντας ότι «δεν μπορεί να εκφράσει τις ανάγκες της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού ευρύτερα στη σημερινή συγκυρία» και ότι αποτελεί «συσπείρωση μιας πανσπερμίας απόψεων και θέσεων πρακτική που εφαρμόστηκε τις τελευταίες δεκαετίες και δεν έδωσε πουθενά αποτελέσματα».

Από την άλλη το ΝΑΡ, βλέποντας ότι η δημιουργία της «Αριστερής Πρωτοβουλίας Διαλόγου και Δράσης» θα ανακατώσει και μπορεί να διεμβολίσει τον πολιτικό περίγυρο και την εκλογική επιρροή του, έσπευσε με ανακοίνωσή του να εκθέσει την «Αριστερή Πρωτοβουλία» κατηγορώντας την για αποκλεισμό του από το διάλογο, για «προσχηματικές απευθύνσεις και τακτικισμούς για το θεαθήναι» και «χειρισμούς περί δήθεν απεύθυνσης σε όλους», για «εν κρυπτώ και στα γρήγορα δημοσιοποίηση εκδηλώσεων και πρωτοβουλιών που μάλλον επιταχύνθηκε από την φημολογία για εκλογές το Σεπτέμβρη». Χτυπώντας την πρόταση διαλόγου για «αριστερό ριζοσπαστικό πολιτικό μέτωπο» ως πρωτοβουλία που «δεν ανταποκρίνεται στην ανάγκη της εποχής για ένα πολιτικό μέτωπο σε ρήξη με την αστική πολιτική και τον αστικό δικομματισμό, χωρίς διαχειριστικές και κυβερνητικές αυταπάτες, με αντικαπιταλιστική προοπτική» με σπουδή πρόβαλε αντιπαραθετικά τη δική του πρόταση που «καλεί συνεχώς σε διάλογο και σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την απόκρουση της κυβερνητικής συστημικής αντεργατικής αντιλαϊκής αντιδημοκρατικής λαίλαπας» και για τη «συγκέντρωση δυνάμεων σε ένα αντικαπιταλιστικό πολιτικό μέτωπο».

Έτσι, μετά την εμφάνιση της «Αριστερής Πρωτοβουλίας Διαλόγου και Δράσης» ένας νέος ανταγωνισμός φαίνεται να αναπαράγεται μέσα στο χώρο της «ριζοσπαστικής» και «αντικαπιταλιστικής» αριστεράς ο οποίος, παρά τα αντιθέτως διακηρυσσόμενα, ανακινείται και από την πιθανότητα σύντομα να γίνουν βουλευτικές εκλογές και αποκαλύπτει και τις αντιλήψεις και τα ήθη που επικρατούν σε αυτούς τους χώρους όσον αφορά τις πολιτικές συνεργασίες και την ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος.