Protesters took over the Benjamin Franklin Parkway Saturday to hear speakers from the Philly Socialists, who along with demanding an end to police brutality and justice for George Floyd, called for fair housing, libraries, and healthcare for all. (Kimberly Paynter/WHYY)

Παρά την προσπάθεια υποτίμησης της όλης κατάστασης τόσο από τα αμερικάνικα ΜΜΕ, όσο και από τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων, οι πολυποίκιλες αντιρατσιστικές κινητοποιήσεις δεν έχουν σταματήσει. Μάλιστα, στις 19 Ιουνίου υπήρξε μια σημαντική εξέλιξη όσον αφορά αυτές. Το Διεθνές Συνδικάτο Παράκτιων και Αποθηκών προχώρησε σε απεργία καταδίκης της ρατσιστικής και αστυνομικής βίας και της εργασιακής εκμετάλλευσης κλείνοντας τουλάχιστο 29 λιμάνια επί της δυτικής ακτής, ενώ οι λιμενεργάτες του Όκλαντ πραγματοποίησαν και μαζική διαδήλωση. Πρόκειται μάλλον για την πρώτη τόσο ηχηρή παρουσία του οργανωμένου εργατικού κινήματος στα πλαίσια των ευρύτερων κινητοποιήσεων που ξέσπασαν μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόυντ.

Αν συνεχίζονται οι διαδηλώσεις, συνεχίζονται και τα περιστατικά δολοφονικής αστυνομικής -και όχι μόνο- βίας. Μετά τις περιπτώσεις των Τζορτζ Φλόυντ και Ρέισαρντ Μπρουκς αίσθηση προκάλεσε και η δολοφονία του Ελληνοαμερικάνου Τζορτζ Ζαπάντη στη Νέα Υόρκη. Ο άτυχος 29χρονος με νοητικά προβλήματα, που πρόσεχε την αδερφή του με σύνδρομο down, μάλλον δε φανταζόταν ότι το τηλεφώνημα ενός αντιδραστικού γείτονα στην αστυνομία θα ήταν αρκετό για να βρεθεί νεκρός από ηλεκτροπληξία από τις συσκευές των αστυνομικών μέσα στο σπίτι του…

Πάντως, η εξέγερση αυτή έχει πυροδοτήσει μια γενικότερη ιδεολογικοπολιτική σύγκρουση μέσα στη χώρα, η οποία σαφώς περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα του ρατσισμού τόσο στους κρατικούς μηχανισμούς και φορείς, όσο και στην αμερικάνικη κοινωνία συνολικά. Αυτή η διαπάλη έχει οδηγήσει μέχρι στιγμής σε κινητοποιήσεις για την αποκαθήλωση μνημείων εκπροσώπων και πρωταγωνιστών του (πιο) ρατσιστικού παρελθόντος των ΗΠΑ. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις το άγαλμα του στρατηγού της Συνομοσπονδίας του Νότου Ρόμπερτ Λη στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια, την αποκαθήλωση του οποίου απαιτεί το κίνημα, και το άγαλμα του ρατσιστή και δουλοκτήτη 7ου Προέδρου των ΗΠΑ Άντριου Τζάκσον στην Ουάσιγκτον, γύρω από το οποίο ξέσπασαν συγκρούσεις με την αστυνομία, όταν οι διαδηλωτές αποπειράθηκαν να το ξηλώσουν. Ένα μεγάλο τμήμα της αμερικάνικης ιστορίας και κουλτούρας αμφισβητείται και απορρίπτεται από το κίνημα που έχει ξεσπάσει και αναπτύσσεται μια αντιπαράθεση σχετικά με το τι μπορεί να είναι ανεκτό και τι όχι, με αφορμή μεν κάποιες φορές το παρελθόν, αλλά πάντα σε σύνδεση με το σήμερα.

Η δράση όμως του κινήματος διεγείρει και την αντίδραση του ρατσιστικού και οπισθοδρομικού τμήματος της κοινωνίας, που συσπειρώνεται γύρω από τον Τραμπ. Για αυτό το τμήμα της κοινωνίας είναι αδιανόητο να αμφισβητείται η βάση της ταυτότητάς του, η βία και ο ρατσισμός, από τις μειονότητες και από αυτούς που καταλαβαίνει ως κομμουνιστές. Αρκετά περιστατικά ρατσιστικής δολοφονικής βίας αναφέρονται ως “αντίποινα”. Τα πιο ανατριχιαστικά από αυτά είναι σίγουρα οι δύο περιπτώσεις κρεμασμένων από δέντρα Αφροαμερικάνων, Μάλκομ Χαρς και Ρόμπερτ Φούλερ στην Καλιφόρνια…

Σε αυτές τις συνθήκες, ο Ντόναλντ Τραμπ, που έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι στηρίζει και θέλει να στηρίζεται στο ρατσιστικό και πιο αντιδραστικό τμήμα της κοινωνίας, αποφάσισε να ξεκινήσει την προεκλογική του περιοδεία… στην Τούλσα της Οκλαχόμα! Αυτή η απόφαση καθόλου τυχαία δεν είναι, καθώς η συγκεκριμένη πόλη έχει μείνει στην Ιστορία για τη ρατσιστική σφαγή μεταξύ 31ης Μαΐου και 1ης Ιουνίου του 1921, του “χειρότερου περιστατικού ρατσιστικής βίας της αμερικάνικης ιστορίας”. Σίγουρα ο Τραμπ θέλησε να στείλει μήνυμα… αμερικάνικου μεγαλείου στους οπαδούς του με αυτήν την κίνηση. Σε κάθε περίπτωση η συγκέντρωση εξελίχθηκε σε φιάσκο, καθώς συγκεντρώθηκαν περίπου έξι χιλιάδες υποστηρικτές, αριθμός που θεωρείται παταγώδης αποτυχία. Όπως είναι φυσικό, οι επικριτές του χρεώνουν την αποτυχία αυτή στους χειρισμούς του όσον αφορά τις κινητοποιήσεις και στη διαχείριση της πανδημίας του “κορονοϊού” που κρίνεται ως η χειρότερη δυνατή.

Η αλήθεια είναι ότι στις τελευταίες προεκλογικές δημοσκοπήσεις, ο Τραμπ φαίνεται να χάνει σταθερά έδαφος από τον Δημοκρατικό αντίπαλό του, Τζο Μπάιντεν. Με λόγο αποστειρωμένο ως και ανοιχτά αντιδραστικό, ο εκλεκτός των Δημοκρατικών προσπαθεί περισσότερο να κάνει πολιτική πάνω στο θέμα της πανδημίας.

Πράγματι, η εξέλιξη της πανδημίας έχει αποδειχτεί πληγή για τη Διοίκηση Τραμπ, ενώ σε κοινή συνέντευξη τύπου του Γραμματέα Υγείας, Άλεξ Άζαρ, και του Αντιπροέδρου, Μάικ Πενς, στις 28 Ιουνίου, τα μηνύματα ήταν αρνητικά και συγκεχυμένα. Ο πρώτος, κάνοντας αρχικά έκκληση στους πολίτες για δωρεά πλάσματος αίματος για την αντιμετώπιση της πανδημίας, προέβη σε μια ανησυχητική δήλωση: “Το παράθυρο κλείνει” είπε, εννοώντας ότι στενεύει το περιθώριο να ελεγχθεί η πανδημία και ότι γι’αυτό πρέπει να τηρηθούν τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης κλπ. Ο δεύτερος φάνηκε πιο αμήχανος, μιλώντας κυρίως για την ανάγκη χρήσης μάσκας. Δεν τη λες και μια συνέντευξη που εμπνέει εμπιστοσύνη και ασφάλεια στους πολίτες…

Στις ΗΠΑ τα κρούσματα έχουν ξεπεράσει τα δυόμισι εκατομμύρια και οι νεκροί τις εκατόν τριάντα χιλιάδες, ενώ το τελευταίο διάστημα παρατηρείται ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων στις πολιτείες του Νότου, που δεν είχαν επηρεαστεί πολύ την προηγούμενη περίοδο.
Πάντως ο Τραμπ εμφανίστηκε απτόητος στην αποτυχημένη του συγκέντρωση, ενώ για τη μικρή προσέλευση είπε ότι φταίνε οι “κακοί” διαδηλωτές και τα “κακά πράγματα” που υποτίθεται ότι κάνουν. Δήλωσε ότι η “σιωπηρή πλειοψηφία” που τον στηρίζει είναι δυνατή όσο ποτέ και ότι σε πέντε μήνες από τώρα θα νικήσει τον “κοιμισμένο” Τζο Μπάιντεν, όπως του αρέσει να τον χαρακτηρίζει, θα σταματήσει την υποτιθέμενη “ριζοσπαστική αριστερά” της οποίας ο Μπάιντεν είναι τάχα πιόνι. Συνέχισε λέγοντας ότι αν κερδίσουν οι Δημοκρατικοί τις εκλογές, οι “βανδαλιστές” θα ανέλθουν στην εξουσία, για να ειρωνευτεί ξανά τον Μπάιντεν ότι δεν είναι καν αρχηγός του κόμματός του.

Αλλά η διοίκηση του Τραμπ είναι αυτή που αμφισβητείται όλο και εντονότερα από παράγοντες των Ρεμπουπλικανών. Εκατοντάδες πρώην υπουργοί, υφυπουργοί και ανώτερα στελέχη της κυβέρνησης του πρώην προέδρου, Τζ. Μπους, σχημάτισαν “Επιτροπή Πολιτικής Δράσης” για να στηρίξουν τον Τζο Μπάιντεν, ο οποίος, όπως διατείνονται, “έχει την ακεραιότητα που απαιτείται για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της Αμερικής σήμερα”…

Στο μεταξύ, με δικαστική απόφαση, δεν επιτράπηκε η διανομή βιβλίου της ανιψιάς του προέδρου, Μέρι Τραμπ. Το βιβλίο, που αναμενόταν να κυκλοφορήσει στα τέλη Ιουλίου είχε τίτλο “Τόσα πολλά αλλά ποτέ αρκετά: Πώς η οικογένειά μου δημιούργησε τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο στον κόσμο”.

Στα τέλη του Ιουνίου κυκλοφόρησε και το αναμενόμενο βιβλίο του αποπεμφθέντος πρώην Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας Τζον Μπόλτον, με τίτλο “The Room Where It Happened” (Το δωμάτιο στο οποίο συνέβησαν). Πριν την κυκλοφορία του βιβλίου είχε γίνει γνωστό ότι ο Μπόλτον ισχυρίζεται μέσα από αυτό, ότι ο Πρόεδρος Τραμπ έχει απευθυνθεί για βοήθεια στον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζιπίνγκ, ώστε να επανεκλεγεί τον προσεχή Νοέμβριο. Τώρα σε συνέντευξή του στο δίκτυο ABC με θέμα το βιβλίο του, προχωρά σε νέες κατηγορίες έναντι του Τραμπ. Το εντυπωσιακό στη συνέντευξη αυτή είναι ότι οι επιθέσεις του Μπόλτον γίνονται από φιλοπόλεμη αντιδιπλωματική σκοπιά για μια σειρά ζητήματα, όπως είναι η υποτιθέμενη ρώσικη εμπλοκή στις εκλογές του 2016, αλλά και η γενικότερη σχέση με τη Ρωσία και διάφορες συμφωνίες που ίσχυαν τότε, οι βομβαρδισμοί εναντίον της Συρίας, οι διαπραγματεύσεις με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας… Με λίγα λόγια ο Μπόλτον κατηγορεί τον Τραμπ… για υπερβολικά διαλλακτική στάση στα ζητήματα αυτά και παρουσιάζει τον εαυτό του ως εκείνον… που “συμμάζευε” τα πράγματα θέτοντάς τα στην “ορθή” γραμμή πολεμικής αδιαλλαξίας και τραμπουκισμού, οδηγώντας για παράδειγμα επιτυχώς σε… αποτυχία τις διαπραγματεύσεις τότε με τη ΛΔΚ. Ακόμη και η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας χαρακτήρισε το βιβλίο του Μπόλτον ως διαστρέβλωση και ανακοίνωσε μέσω του γραφείου του προέδρου της χώρας Μουν Ζαε Ιν ότι αυτό) “εκπροσωπεί παραβίαση των βασικών αρχών της διπλωματίας, η οποία θα μπορούσε να βλάψει την φερεγγυότητα των μελλοντικών διαπραγματεύσεων”.