Στην Ελλάδα;
Ενώ συγκλονίζεται η Ευρώπη από πρωτοφανείς για τα τελευταία χρόνια μαζικές και παρατεταμένες κινητοποιήσεις, πλανάται το ερώτημα γιατί στην Ελλάδα, όπου ο λαός αντιμετωπίζει παρόμοια -αν όχι πιο οξυμένα- προβλήματα, δεν εκδηλώνεται ένα αντίστοιχο μαζικό κίνημα.
Οι συγκρίσεις μεταξύ κοινωνιών, όπως και οι συγκρίσεις ιστορικών περιόδων, είναι παρακινδυνευμένες, καθώς ισχύουν όλοι οι όροι εσωτερικής ωρίμανσης και οι εσωτερικές προϋποθέσεις μέσα σε κάθε κοινωνία, που αποφασίζουν για την εξέλιξή της και επιδρούν καταλυτικά στην ανάπτυξη του κινήματος γενικά και του μαζικού διεκδικητικού κινήματος ειδικότερα. Και το πότε μπορεί να ξεσπάσουν μαζικές αντιδράσεις σε μια κοινωνία, τι διάσταση, μορφή και διάρκεια μπορεί να πάρουν, δύσκολα προβλέπεται, καθώς αφορά μια ποικιλία σύνθετων συνθηκών και παραγόντων.
Ωστόσο, πέρα από αυτή τη βασική διαπίστωση, μια σειρά κεντρικού χαρακτήρα πολιτικές διαπιστώσεις έχουν την αξία τους να ειπωθούν και να επισημανθούν ως ανασταλτικοί παράγοντες στην εκδήλωση αντίστοιχων μαζικών αντιδράσεων στη χώρα μας, τουλάχιστον προς το παρόν.
Τα κόμματα που κινούνται στο χώρο της λεγόμενης Κεντροαριστεράς, από το ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ του Τσίπρα μέχρι το ΣΥΡΙΖΑ και τα διάφορα κόμματα που ξεπήδησαν από αυτόν, έχουν μια σειρά κοινά χαρακτηριστικά, όπως άλλωστε υπογραμμίζεται και από τις μετακινήσεις σε όλο το φάσμα των στελεχών τους, που ποντάρουν σε διαφορετικό άλογο για την πολιτική τους σταδιοδρομία.
Είναι κόμματα του αστικού κοινοβουλευτικού δρόμου, που, ιδιαίτερα στην παρατεταμένη προεκλογική περίοδο που βρισκόμαστε, δεν έχουν κανέναν άλλο στόχο πέρα από την εκλογική τους επιτυχία. Ο λαός γι’ αυτά αποτελεί δεξαμενή ψηφοφόρων και όχι μαχητική δύναμη που μπορεί να βγει στο προσκήνιο, αντιδρώντας μαζικά και διεκδικητικά απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης.
Η παραμονή της χώρας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, οι δεσμεύσεις της χώρας απέναντι στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, η στρατηγική σύνδεση με το Ισραήλ, οι δεσμεύσεις απέναντι στην κυριαρχία της καπιταλιστικής αγοράς και του μεγάλου κεφαλαίου, οι κανόνες της δημοσιονομικής πειθαρχίας, από όπου πηγάζει όλη η αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης, αποτελούν τον κοινό παρονομαστή για αυτές τις πολιτικές δυνάμεις.
Από κοινού αυτές οι δυνάμεις συναίνεσαν και εφάρμοσαν, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, τις πολιτικές των μνημονίων της προηγούμενης δεκαετίας, με αριστερό περιτύλιγμα, σκορπώντας στον μέχρι τότε αγωνιζόμενο λαό την απογοήτευση. Όχι μόνο εφάρμοσαν παρόμοιες σκληρές αντιλαϊκές πολιτικές, αλλά καλλιέργησαν, ως χρυσή εφεδρεία του αστικού συστήματος, τη μοιρολατρία του «τίποτε δεν γίνεται» και του «τίποτε δεν αλλάζει».
Τώρα, μπροστά στο δύσκολο επίτευγμα της αυτοδυναμίας για τη Νέα Δημοκρατία, όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Μητσοτάκης, θέτοντας τον πήχη της επιτυχίας του στο 25%, ο δρόμος για τη συγκυβέρνηση περιλαμβάνει, με κορμό τη Νέα Δημοκρατία, είτε τα κόμματα της ακροδεξιάς είτε τα κόμματα της λεγόμενης Κεντροαριστεράς. Και αυτές οι δυνάμεις είναι υποψήφιες για να αναλάβουν κυβερνητικούς θώκους σε κυβερνήσεις συνεργασίας ή «εθνικού σκοπού», ή όπως αλλιώς πιθανόν προκύψουν, για να συνεχίσουν στην ίδια ρότα.
Προέκταση αυτών των κομμάτων, αλλά και με τη σχετική τους αυτονομία, αποτελούν οι δυνάμεις που βρίσκονται στην ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος, προερχόμενες από το ΠΑΣΟΚ, το ΣΥΡΙΖΑ, την ΕΛΑΣ και λοιπούς χώρους.
Ποια είναι η στάση τους σε αυτές τις συνθήκες; Αδράνεια, αφωνία και παράλυση του συνδικαλιστικού κινήματος. Όσο πιο πολύ φουντώνουν τα προβλήματα της ακρίβειας, της στέγης, της εργοδοτικής ασυδοσίας και των ατυχημάτων, όσο πιο κοντά βρίσκονται οι εργαζόμενοι μπροστά στο φάσμα της φτωχοποίησης, των απλήρωτων λογαριασμών, των καθηλωμένων μισθών και της ακρίβειας που καλπάζει, της ανέχειας και της πείνας, τόσο πιο παραλυτική είναι η στάση των ηγεσιών στις κορυφές του συνδικαλιστικού κινήματος, αποτελώντας στήριγμα της κυβερνητικής πολιτικής και ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη και το ξεδίπλωμα μαζικών αγωνιστικών κινητοποιήσεων.
Αν και όποτε προκηρύξουν κάποια απεργία και κινητοποίηση, ο στόχος της είναι η αποσυμπίεση από τις πιέσεις που δέχονται. Είναι για να ρίξουν στάχτη στα μάτια, είναι για να λειτουργήσουν εκτονωτικά, ενώ κάθε συνέχεια και κλιμάκωση εγκαταλείπεται από την επόμενη μέρα.
Είναι οι ηγεσίες μιας εργατικής αριστοκρατίας, αποξενωμένες από τα εργατολαϊκά προβλήματα, κοιμώμενες στην αγκαλιά του αστικού συστήματος, θιασώτες της κοινωνικής γαλήνης και ηρεμίας και της ταξικής συναίνεσης.
Ανεξάρτητα από το αν μπορούν να ειπωθούν πολλά γύρω από τις θεωρίες και την πολιτική που προβάλλει το ΚΚΕ, ας περιοριστούμε μόνο στη στάση του αυτή την περίοδο, μπροστά στα εκρηκτικά προβλήματα των εργαζομένων, σε μια περίοδο μάλιστα που φυσάει ο ζεστός ευνοϊκός αέρας των μεγάλων ευρωπαϊκών κινητοποιήσεων.
Στις 5 Σεπτεμβρίου, στα εγκαίνια της ΔΕΘ και στην ομιλία του Μητσοτάκη, το ΚΚΕ πραγματοποίησε πανελλαδική κινητοποίηση, στην οποία προσέδωσε κεντρικό προεκλογικό χαρακτήρα. Ο «Ριζοσπάστης», στο επόμενο φύλλο του, μετά τη συγκέντρωση, την Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου, στο πρωτοσέλιδό του με μεγάλα γράμματα έγραφε:
«Δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές, πρωτοφανής συμμετοχή. Αφετηρία νέων μαζικών και αποφασιστικών αγώνων το μεγαλειώδες συλλαλητήριο στη ΔΕΘ».
Παράλληλα, το ΚΚΕ κομπάζει και διατυμπανίζει τις εκλογικές του επιτυχίες και τις πρωτιές σε μεγάλους συνδικαλιστικούς χώρους εργαζομένων, φοιτητών κ.ά.
Όμως, οι πρωτιές, οι χαρές και τα πανηγύρια για ένα κόμμα που λέει πως είναι κομμουνιστικό σημαίνουν μεγαλύτερες ευθύνες και απαιτήσεις.
Από τις 5 Σεπτεμβρίου, το επόμενο μεγάλο αγωνιστικό ραντεβού που προετοίμασαν οι δυνάμεις του ΚΚΕ είναι για τις… 25 Νοεμβρίου. Περίπου τρεις μήνες μετά! Τότε, θα ξαναμιλήσουν για χιλιάδες διαδηλωτές, για αφετηρία νέων αποφασιστικών αγώνων, για κλιμάκωση και αποφασιστική συνέχεια, γνωρίζοντας πως σε λίγες μέρες μετά θα αναπτυχθεί το εορταστικό κλίμα των Χριστουγέννων.
Μέχρι τότε, το ΚΚΕ επιδίδεται στις γνωστές παραταξιακές κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ και στα συμβολικά στησίματα αντίσκηνων των φοιτητών του στο Σύνταγμα, σε δράσεις εσωτερικής κατανάλωσης και συντήρησης δυνάμεων, επικοινωνιακού χαρακτήρα, χωρίς να ακουμπούν τον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία. Στην πραγματικότητα, καταδικάζουν, στο πλαίσιο της στάσης και των άλλων συνδικαλιστικών ηγεσιών, το συνδικαλιστικό κίνημα στην απαξία και την παράλυση.
Για το ΚΚΕ, το κίνημα ταυτίζεται με το ΚΚΕ και το ΚΚΕ με το κίνημα. Οι αγώνες που δεν ελέγχονται λοιδορούνται και οι μαζικοί χώροι αποτελούν πεδία για την εκλογική ενίσχυση στον αγώνα της συνδικαλιστικής και κομματικής πρωτιάς.
Σε οποιονδήποτε αγώνα, μικρό ή μεγάλο, που μπορεί να εκδηλώνεται, σε οποιαδήποτε κινητοποίηση και για οποιοδήποτε ζήτημα, συνδικαλιστικό ή πολιτικό, αντιπολεμικό ή κοινωνικό, σε οποιαδήποτε διεργασία μπορεί να αναπτύσσεται μέσα στο σώμα του συνδικαλιστικού κινήματος, η αφετηρία της στάσης του ΚΚΕ είναι η διάσπαση των δυνάμεων που ενισχύει την απομαζικοποίηση.
Έξω, μακριά και σε αντιπαράθεση με την πείρα, τις θέσεις και την πρακτική του κομμουνιστικού κινήματος, οι προσπάθειες του οποίου κινήθηκαν διαχρονικά στην κατεύθυνση της ενότητας δράσης του λαϊκού κινήματος. Και αυτό αποτέλεσε το κριτήριο των επιτυχιών και τον παράγοντα πάνω στον οποίο μπόρεσαν να οικοδομηθούν μεγάλοι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες, μεγάλα επαναστατικά γεγονότα και ανατροπές.
Από τις 5 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 25 Νοεμβρίου, με ενδιάμεσο σταθμό το Φεστιβάλ της ΚΝΕ, στις 26 Σεπτεμβρίου ο Κουτσούμπας χάραξε, στην ομιλία του, τη βασική γραμμή της επόμενης περιόδου για το ΚΚΕ:
«Γι’ αυτό θα είναι τεράστιο κέρδος για τον λαό και τη νεολαία να έχει ένα ακόμα πιο ισχυρό ΚΚΕ στην επερχόμενη εκλογική μάχη, για να αντιμετωπίσει από καλύτερες θέσεις όσα αρνητικά απεργάζονται κατά των συμφερόντων του λαού μας».
Οι στόχοι του ΚΚΕ είναι οι κοινοβουλευτικοί στόχοι και οι όποιες ασθενικές και αποσπασματικές πρωτοβουλίες στο συνδικαλιστικό κίνημα αποτελούν παρακολούθημα και συμπλήρωμα των εκλογικών του αυταπατών και της τυφλής υποταγής του στους κανόνες του αστικού πολιτικού παιχνιδιού.
Το τι μπορεί να συμβεί σε μια κοινωνία κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, καθώς αφορά σύνθετες και ποικίλες διεργασίες που συντελούνται στο εσωτερικό της.
Ούτε το ξέσπασμα που εκδηλώθηκε μετά το θάνατο του Γρηγορόπουλου μπορούσε να προβλεφθεί από κανέναν, ούτε οι μεγάλοι αντιμνημονιακοί αγώνες ούτε και το παλλαϊκό ξέσπασμα των κινητοποιήσεων για τα Τέμπη.
Όμως, από εκεί και πέρα, για να μπορέσουν να προετοιμαστούν μαζικοί αγώνες και, πολύ περισσότερο, για να αποκτήσουν συνέχεια και προοπτική, είναι αναγκαία -και χωρίς αυτήν δεν γίνεται- η ιδεολογικοπολιτική πάλη απέναντι στις αστικές ψευτοαριστερές ηγεσίες και δυνάμεις, απέναντι στις υποταγμένες ηγεσίες του συνδικαλιστικού κινήματος και απέναντι στη ρεφορμιστική ηγεσία των δυνάμεων του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ.
Πάλη που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τους στόχους της ανασυγκρότησης του ταξικού συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος και του κινήματος της νεολαίας, καθώς και με τους μεγάλους στόχους της ανασυγκρότησης του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.












