Η εξάρτηση και η υποτέλεια της Ελλάδας δεν είναι «διαπραγμάτευση» με τις ΗΠΑ

Οι ανακοινώσεις του ΚΚΕ για την επίσκεψη του Αμερικανού υ­πουρ­γού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο μπορεί να «καταγγέλλουν» την αμερικανοΝΑΤΟϊκή εμπλοκή της χώρας, την παρουσία στρατιωτικών βάσεων, τους ενεργειακούς σχεδιασμούς και τη συμμετοχή στους πολέμους των ιμπεριαλιστών με βερμπαλιστικές διατυπώσεις. Μπορεί και να καταλήγουν σε κάλεσμα για διαδηλώσεις ή «ταξικές αντεπιθέσεις» και να φαντάζουν επαναστατικές αλλά σε καμιά περίπτωση δεν φωτίζουν τις βαθύτερες αιτίες της βάρβαρης πολιτικής που οι ίδιοι καταγγέλλουν και αγωνίζονται υποτίθεται να ανατρέψουν. Αποπροσανατολίζουν για το κεντρικό ζήτημα κάθε αγώνα: ποιος είναι ο ευρύτερος και βασικός στόχος του αγώνα, ποια η συγκρότηση και η «διαδρομή» του. Και στην περίπτωση αυτή δεν αποκαλύπτουν τη σχέση εξάρτησης και υποτέλειας της χώρας με τον ιμπεριαλισμό αλλά αντίθετα τη συγκαλύπτουν και τη συσκοτίζουν. Εδώ βέβαια οι λέξεις έχουν τη σημασία τους.

Πού παραπέμπουν διατυπώσεις, όπως ότι ο Ρούμπιο «έρχεται για να συμφωνήσει» με την ελληνική κυβέρνηση, ότι έρχεται για «την αναβάθμιση της συμφωνίας για τις βάσεις» και για να «αποσπάσει νέες μεγαλύτερες δεσμεύσεις», για «σύνδεση των στόχων της ελληνικής αστικής τάξης με την προώθηση των σχεδίων των ΗΠΑ» για «στρατηγικό διάλογο»; Διατυπώσεις που δημιουργούν μια εικόνα στην οποία η κυβέρνηση εμφανίζεται ως κυρίαρχος, ανεξάρτητος συνομιλητής, ο οποίος συζητά, συμφωνεί, αναλαμβάνει δεσμεύσεις και διαπραγματεύεται την έκταση της συνεργασίας του με τις ΗΠΑ. Αναπαράγοντας «από τα αριστερά», ατόφιο το κυβερνητικό αφήγημα, περί «αναβάθμισης» της θέσης της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή, που συζητά και διαπραγματεύεται υποτίθεται ισότιμα, με ίσους όρους με τους εταίρους της.

Έτσι, όμως, το κέντρο βάρους των τοποθετήσεων του ΚΚΕ μετατοπίζεται από το πραγματικό πρόβλημα: την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική εξάρτηση της Ελλάδας από τους ιμπεριαλιστές και ειδικότερα από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Μετατοπίζεται σε μια λογική που συγκαλύπτει με τις θέσεις ενός κούφιου αντικαπιταλισμού τη βαθιά και ολόπλευρη εξάρτηση της Ελλάδας, που εξωραΐζει στην πράξη την υπάρχουσα αντιλαϊκή εξουσία και συμβάλλει όχι στην ανατροπή, αλλά στην εδραίωσή της. Δεν είναι λίγες φορές, επίσης, που συκοφαντούν και προβοκάρουν τον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία, φυγομαχούν «επαναστατικά» και εκχωρούν καίριο πεδίο αγώνα στους εθνοκάπηλους. Και γράφονται από το ΚΚΕ όλα αυτά τη στιγμή που η Αμερικανίδα πρέσβης καυχήθηκε ότι οι Αμερικάνοι έριξαν την κυβέρνηση της Ρουμανίας την περασμένη Άνοιξη, ξεστομίζοντας στη συνέχεια απειλητικά παρουσία Έλληνα υπουργού, τη φράση: «Μπορούμε να το κάνουμε αυτό σε όποια χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ».

Ποιος αποφασίζει και ποιος ακολουθεί;

Όταν ένας Αμερικανός υπουργός έρχεται στην Ελλάδα για να «συμφωνήσει» ή για «να αναβαθμίσει τη συμφωνία για τις βάσεις» ή την παραπέρα εμπλοκή της χώρας, η διατύπωση αφήνει να εννοηθεί ότι έχουμε μπροστά μας δύο πλευρές που κάθονται στο ίδιο τραπέζι και συναποφασίζουν σε ισότιμη βάση μια κοινή τους πορεία. Η Ελλάδα δεν είναι ένας εταίρος των ΗΠΑ που διαμορφώνει ανεξάρτητα τη στρατηγική του και κατόπιν συνεννοείται με την Ουάσιγκτον για την εφαρμογή της. Είναι μια χώρα βαθιά δεμένη με τις πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές δομές του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, μια χώρα της οποίας η άρχουσα τάξη έχει συνδέσει την εξουσία και τα συμφέροντά της με την πρόσδεση στις ΗΠΑ, στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ.

Αυτή η εξάρτηση (και όχι «αλληλεξάρτηση» του ΚΚΕ) δεν σημαίνει ότι η μεγαλοαστική τάξη δεν επιδιώκει να αποκομίσει τα μέγιστα οφέλη από τη συμμαχία της με τις ΗΠΑ. Σημαίνει, όμως, ότι τα συμφέροντα αυτά υπηρετούνται μέσα σε ένα πλαίσιο βαθιάς υποτέλειας, στο οποίο οι στρατηγικές επιλογές της χώρας είναι στενά συνδεδεμένες, στην πραγματικότητα υποταγμένες, στις επιδιώξεις των ισχυρών ιμπεριαλιστικών κέντρων. Γι’ αυτό και η ελληνική κυβέρνηση δεν προσέρχεται σε αυτές τις συναντήσεις ως εκπρόσωπος μιας χώρας που επιλέγει ελεύθερα τις διεθνείς της σχέσεις. Προσέρχεται ως εκπρόσωπος μιας άρχουσας τάξης που στηρίζει την κυριαρχία της και με την πρόσδεση στους ισχυρούς προστάτες και είναι δέσμια με «χίλια δυο νήματα» να αφού προσδοκά απ’ αυτούς πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά οφέλη με βάση τα δικά της ταξικά συμφέροντα. Επομένως, κρίσιμο ζήτημα δεν είναι απλώς τι θα «συμφωνήσει» ο Ρούμπιο με την κυβέρνηση της ΝΔ. Η απουσία μιας τέτοιας καθαρής ανάδειξης αφήνει την καταγγελία της ανακοίνωσης στο επίπεδο της διπλωματικής επικαιρότητας, χωρίς να αναδεικνύει με την απαιτούμενη οξύτητα το χαρακτήρα της εξαρτημένης και υποτελούς κρατικής πολιτικής.

Ασφαλώς, οι ΗΠΑ πιέζουν τους συμμάχους τους και επιβάλλουν στους υποτελείς τους να αναλαμβάνουν περισσότερες στρατιωτικές, ενεργειακές και οικονομικές δεσμεύσεις. Ασφαλώς, υπάρχουν πιέσεις και επιμέρους αντιθέσεις. Όμως αυτά δεν αναιρούν το χαρακτήρα της εξάρτησης. Αντίθετα, αποτελούν εκδηλώσεις της.

Η ελληνική κυβέρνηση, σε κάθε νέα συνάντηση με Αμερικανούς υπουργούς-εμπορικούς «ντίλερ», αποδέχεται τις καινούργιες φιλοπόλεμες και ενεργειακές απαιτήσεις τους με «αντάλλαγμα» τα ψίχουλα πιθανών επενδύσεων, την αγορά ακριβού πολεμικού υλικού και την άκρως επισφαλή, μειοδοτική, αμερικάνικη -και τελευταία ισραηλινή- ομπρέλα «άμυνας» απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Η πολιτική της έχει ήδη διαμορφωθεί μέσα από τη στρατηγική επιλογή τής πρόσδεσης στις ΗΠΑ, στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Η συμμετοχή στους σχεδιασμούς τους αποτελεί σταθερό προσανατολισμό της ελληνικής άρχουσας τάξης και όχι μια σειρά μεμονωμένων υποχωρήσεων που προκύπτουν κάθε φορά από την πίεση ενός ξένου αξιωματούχου.

Οι «λέξεις» πρέπει να περιγράφουν τις πραγματικές αιτίες

Όταν η πολιτική ανάλυση περιορίζεται στις «δεσμεύσεις» που αποσπούν οι ΗΠΑ, παρουσιάζει την εξάρτηση ως άθροισμα διπλωματικών πιέσεων. Χάνεται έτσι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε μια διαμαρτυρία για τις συνέπειες της αμερικανικής παρουσίας και πολιτικής και σε μια βαθιά αντιιμπεριαλιστική πολιτική πάλη που αμφισβητεί τις ρίζες της με τον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία. Η ΝΔ, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις που διατήρησαν και ενίσχυσαν τη στρατηγική πρόσδεση στις ΗΠΑ και στη συνέχεια με το εγκληματικό Ισραήλ, αποτελούν στην πραγματικότητα τον ενεργό διαχειριστή της εξάρτησης και συνειδητό υποστηρικτή της ευρωατλαντικής στρατηγικής.

Στο έργο του «Για την ορθή λύση των αντιθέσεων», ο Μάο υπογραμμίζει ότι σε μια σύνθετη κατάσταση υπάρχουν πολλές αντιθέσεις, αλλά δεν έχουν όλες την ίδια σημασία. Χρειάζεται να εντοπίζουμε ποια είναι η κύρια αντίθεση και ποια πλευρά μιας αντίθεσης έχει τον καθοριστικό ρόλο στη συγκεκριμένη συγκυρία.

Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για την ανάλυση πολιτικών κειμένων. Ένα κείμενο μπορεί να αναφέρεται σε δέκα πραγματικά προβλήματα, αλλά να αφήνει στο περιθώριο εκείνο που καθορίζει τα υπόλοιπα. Έτσι, δεν χρειάζεται να πει ψέματα για να οδηγήσει σε μια ανεπαρκή ερμηνεία. Αρκεί να τοποθετήσει το δευτερεύον στο κέντρο και το κύριο στην περιφέρεια ή να μην το αναφέρει καθόλου. Στο παράδειγμα των σχέσεων Ελλάδας–ΗΠΑ, η διαπραγμάτευση για μια στρατιωτική συμφωνία είναι ένα συγκεκριμένο γεγονός. Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν αυτή η συμφωνία εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της βαθιάς εξάρτησης της ελληνικής άρχουσας τάξης και του εξαρτημένου καπιταλισμού.

Επομένως, η κριτική δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν μια πρόταση είναι σωστή ή λανθασμένη. Πρέπει να εξετάζει και το εξής: ακόμη κι αν οι επιμέρους διαπιστώσεις είναι σωστές, φωτίζουν την κύρια αντίθεση ή μας οδηγούν σε μια μερική ή λαθεμένη εικόνα;

Κάτω από αυτή τη λογική η πολιτική οικονομική και στρατιωτική εξάρτηση δεν μπορεί να ανατραπεί με μια απλή πολιτική απόφαση ή με την επιλογή διαφορετικών διεθνών συμμάχων. Απαιτείται σύγκρουση με την κυρίαρχη τάξη, τα συμφέροντα και τις πολιτικές δυνάμεις που τη στηρίζουν, με τη συγκρότηση ενός μαζικού αντιιμπεριαλιστικού και αντιπολεμικού κινήματος ανατροπής, με πρωταγωνιστή τον ίδιο το λαό. Οτιδήποτε άλλο μόνο αυταπάτες καλλιεργεί.

Εδώ βρίσκεται μια ουσιώδης πλευρά της δικιάς μας τοποθέτησης αρχών. Η εξάρτηση της Ελλάδας συνδέεται με τη διπλή κυριαρχία του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης. Υπάρχει μια μεγαλοαστική τάξη που στηρίζει και αναπαράγει την πολιτική της εξάρτησης. Γι’ αυτό και η πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό δεν μπορεί να διαχωριστεί από την πάλη ενάντια στις δυνάμεις της ντόπιας πλουτοκρατίας που υπηρετούν αυτή την πολιτική.