Η συμφωνία Τραμπ-Πούτιν για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ είναι αποκαλυπτική των σχέσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστών. Την ώρα που ανταγωνίζονται σκληρά, ακόμη και στα πεδία των μαχών, μπορούν ταυτόχρονα να προχωρούν σε οικονομικές συνεργασίες, όταν διακυβεύονται συγκεκριμένα συμφέροντα.
Η συμφωνία δεν σημαίνει ότι τερματίζεται η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ρωσίας, αλλά αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου παζαριού πάνω στις πλάτες του ουκρανικού λαού. Μπορεί, μάλιστα, να ανατραπεί στην επόμενη φάση όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.
Η πολιτική Τραμπ απέναντι στην Ουκρανία και τη Ρωσία κινείται σαν εκκρεμές, δείγμα του αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός. Μόλις πριν από λίγο καιρό, ο Τραμπ είχε επιβάλει κυρώσεις σε χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο, για να ανατρέψει τώρα αυτή την πολιτική προς όφελος των ΗΠΑ.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει βαλτώσει, καθώς οι στρατηγικοί στόχοι που επενδύθηκαν σε αυτόν δεν υλοποιήθηκαν. Από την άλλη, η Ρωσία βγαίνει ενισχυμένη και προβάλλει με αποφασιστικότητα την ιμπεριαλιστική της ισχύ στην Ανατολική Ευρώπη, διεκδικώντας κεντρικό ρόλο στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρασίας.
Οι ΗΠΑ αναζητούν διέξοδο από το τέλμα του πολέμου, που έχει βαρύ οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κόστος, ενώ επιδιώκουν αποφασιστική στροφή προς τον Ινδοειρηνικό. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αξιοποιήσει οικονομικά ανταλλάγματα για να επαναφέρει τη Μόσχα σε συνομιλίες και να διαμορφώσει τους όρους μιας συμφωνίας. Το άνοιγμα αυτό συνδέεται και με την προσπάθεια των ΗΠΑ να περιορίσουν τη στρατηγική σύγκλιση Μόσχας-Πεκίνου.

Ο Τραμπ βρίσκεται επιπλέον υπό πίεση από τον πόλεμο με το Ιράν και την αντίσταση της ιρανικής πλευράς, που ανατρέπουν τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ. Οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, καθώς και τα πλήγματα στον σαουδαραβικό αγωγό Ανατολής-Δύσης και στις πετρελαϊκές υποδομές, εντείνουν την αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές. Οι αυξημένες τιμές των καυσίμων επιβαρύνουν τα λαϊκά νοικοκυριά, ενώ πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο και η δημοτικότητα του Τραμπ βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό. Η συμφωνία επιδιώκεται να αξιοποιηθεί ως προεκλογικό επιχείρημα, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα μειώσει ουσιαστικά τις τιμές, καθώς υπάρχουν επιφυλάξεις για τις ποσότητες ρωσικού ντίζελ που μπορούν να φτάσουν στις ΗΠΑ.

Η χαλάρωση των κυρώσεων προσφέρει οικονομικό όφελος στη Μόσχα, αλλά δημιουργεί και ερωτήματα για τις σχέσεις της με την Τεχεράνη. Μια τέτοια συμφωνία μπορεί να προσφέρει πολιτική ανάσα στον στριμωγμένο Τραμπ και να επηρεάσει τη διαπραγματευτική θέση του Ιράν.
Η στάση του Τραμπ απέναντι στον Ζελένσκι αποκαλύπτει με ιδιαίτερα ωμό τρόπο τις αμερικανικές παρεμβάσεις στα εσωτερικά εξαρτημένων χωρών. Μετά τη διαφωνία για τη συμφωνία του ντίζελ, ο Αμερικανός πρόεδρος έφτασε να δηλώσει ότι η Ουκρανία χρειάζεται νέο ηγέτη που θα μπορούσε να συνάψει συμφωνία με τη Ρωσία, ενώ ανακοίνωσε «ενεργειακή εκεχειρία», την οποία, όπως υποστήριξε, είχε συμφωνήσει με τη Μόσχα. Η παρέμβαση αυτή δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αυταπάτες σχετικά με την όποια αυτονομία των επιλογών του Κιέβου απέναντι στο βασικό στρατιωτικό και πολιτικό του στήριγμα.

Ο Ζελένσκι επιχειρεί να εξασφαλίσει τη συνέχιση της αμερικανικής στήριξης, αναζητώντας παράλληλα ισχυρότερα ερείσματα στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Για τους Αμερικανούς αντιμετωπίζεται ως σύμμαχος όταν τον χρειάζονται και ως εμπόδιο όταν διαφωνεί.
Το κρίσιμο ζήτημα για τον ουκρανικό λαό είναι ότι βρίσκεται στη μέγγενη μιας κλίκας εξουσίας, που τον έσυρε στον πόλεμο και που πλέον άγεται και φέρεται από τις επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες διαπραγματεύονται τους όρους της επόμενης μέρας, ενώ ο ίδιος ματώνει στα πεδία των μαχών.

Οι εξελίξεις αναδεικνύουν και τις αντιθέσεις στο δυτικό στρατόπεδο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν επενδύσει στη συνέχιση της πίεσης προς τη Ρωσία και αντιμετωπίζουν τη χαλάρωση των κυρώσεων ως υπονόμευση της πολιτικής τους. Ανησυχούν, επίσης, ότι μια αμερικανορωσική συνεννόηση μπορεί να διαμορφώσει νέους συσχετισμούς στην Ευρώπη, χωρίς να υπολογίζει τα δικά τους συμφέροντα.
Παράλληλα, γίνονται κινήσεις για την εκτόνωση των διατλαντικών εντάσεων. Ευρωπαίοι συμμετείχαν σε συνάντηση με Αμερικανούς και Ουκρανούς αξιωματούχους στο Μαϊάμι για τη διευθέτηση του πολέμου. Δημοσιεύματα αναφέρονται σε σχέδιο τεσσάρων σημείων, χωρίς η ρωσική πλευρά να έχει επιβεβαιώσει ότι έλαβε επίσημη πρόταση.

Οι δίαυλοι επικοινωνίας δε φαίνεται να είναι τελείως κλειστοί ούτε μεταξύ Ευρωπαίων και Ρώσων, όπως έδειξε και η σύντομη συνάντηση Λαβρόφ–Βάντεφουλ στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Την ίδια ώρα, πληροφορίες κάνουν λόγο για ενδεχόμενη επαναλειτουργία των ρωσογερμανικών αγωγών Nord Stream, αυτή τη φορά και με τη συμμετοχή Αμερικανών επενδυτών. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου χαρακτήρισε «κυνική» την ευρωπαϊκή κριτική για τη συμφωνία ντίζελ, επικαλούμενος τις συνεχιζόμενες ευρωπαϊκές αγορές ρωσικού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό πληθαίνουν οι καταγγελίες για εκτεταμένη διαφθορά στην Ουκρανία. Οι καταγγελίες και οι ανησυχίες για τη διαχείριση των κονδυλίων της ανοικοδόμησης και της στρατιωτικής βοήθειας αναδεικνύουν τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα γύρω από τον πόλεμο. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο Ουκρανούς αξιωματούχους. Αφορά και τις δυτικές κυβερνήσεις, τα στρατιωτικοβιομηχανικά μονοπώλια και τους μεγαλοεργολάβους που διεκδικούν συμβάσεις εξοπλισμών, ενεργειακών υποδομών και μεταπολεμικής ανοικοδόμησης.
Ενώ οι λαοί σηκώνουν το βάρος του πολέμου και των ανυπολόγιστων καταστροφών, οι ιμπεριαλιστές ανταγωνίζονται και διαπραγματεύονται ανάλογα με τις εκάστοτε επιδιώξεις τους. Μόνο η μαζική αντιπολεμική και αντιιμπεριαλιστική πάλη των λαών μπορεί να βάλει φραγμό στα πολεμοκάπηλα σχέδιά τους.