Η πολιτική οικονομία της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) περιέχει το πεδίο όπου η εκάστοτε κυβέρνηση εξαγγέλλει την «οικονομική της πολιτική» για τον επόμενο χρόνο. Στο πλαίσιο αυτό, οι εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη και οι αντίστοιχες προτάσεις του Αλέξη Τσίπρα και άλλων αρχηγών κομμάτων συχνά περιστρέφονται γύρω από το «μοίρασμα» δισεκατομμυρίων ευρώ με τη μορφή επιδομάτων, «φοροελαφρύνσεων», επενδυτικών πακέτων και «νέων» παραγωγικών μοντέλων. Ωστόσο, οι διακηρύξεις αυτές -για την υποστήριξη των οποίων πληρώνονται, υποτίθεται, εξειδικευμένες εταιρείες- δεν αποτελούν παρά το «περιτύλιγμα» μιας υποτελούς και εξαρτημένης καπιταλιστικής διαχείρισης που φέρνει φτώχεια, ακρίβεια, ανεργία, καταστολή, πληθωρισμό, με την τοκογλυφική ιμπεριαλιστική επιτροπεία, το ληστρικό χρέος και τα αιματηρά πλεονάσματα να είναι παρόντα. Η ΔΕΘ δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα «θέατρο» διαχείρισης της λαϊκής δυσαρέσκειας, συσκότισης της καπιταλιστικής κρίσης και «συγκαλυμμένης» αναδιανομής του πλούτου υπέρ του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου.
Κάθε φορά γίνεται συζήτηση για το «νέο παραγωγικό μοντέλο», που επανήλθε στις βαρύγδουπες ομιλίες του Μητσοτάκη και της ΝΔ και για το οποίο αναφέρει ότι «…αλλάζει το παραγωγικό μοντέλο» και ότι «στόχος είναι να φτάσει το μέρισμα της ανάπτυξης και της ευημερίας σε όλους τους πολίτες με καλές δουλειές και προκοπή για όλους…». Του Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛ.Α.Σ. που διατυπώνει: «Να παράγουμε περισσότερο. Να μοιραζόμαστε δικαιότερα. Να ζούμε καλύτερα» και άλλων πολιτικών αρχηγών παρουσιάζοντάς το ως αναγκαία απάντηση στα αδιέξοδα που προκαλεί η βαθιά κρίση μιας «χρεοκοπημένης» καπιταλιστικής οικονομίας. Η ρητορική τους αναφέρεται στην ενίσχυση… της βιομηχανίας, στην αύξηση… των επενδύσεων, στην τεχνολογική… αναβάθμιση, στη λεγόμενη πράσινη μετάβαση με τις συνεπακόλουθες επιδοτήσεις, στην πολεμική βιομηχανία(!) και τέλος στη μετατροπή… της Ελλάδας σε «παραγωγικό» και «εξαγωγικό» κέντρο και τόσες άλλες κούφιες μεγαλοστομίες. Με τα μάτια στραμμένα στη λαϊκή δυσαρέσκεια και στη δημιουργία νέων αυταπατών, προβάλλουν φουσκωμένους «στόχους» ως απόδειξη μάλιστα ότι έχει ήδη συντελεστεί κάποιος βιομηχανικός μετασχηματισμός. Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν θα αλλάξει η κυβερνητική ορολογία και πώς διατυπώνονται αυτές οι «βαρύγδουπες» προτάσεις, αλλά ποιο είναι το βάθος μιας τέτοιου τύπου καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και τι σημαίνει η «ανάπτυξή» τους για τον λαό και την εργατική τάξη.
Προφανώς ο ελληνικός εξαρτημένος κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός γνώρισε περιόδους ανάπτυξης και ύφεσης στα πλαίσια του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Με το άνοιγμα των οικονομικών, εμπορικών συνόρων εντός και εκτός ΕΕ, μεγάλοι τομείς της όποιας βιομηχανίας άρχισαν να αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα ή να εξαφανίζονται, οπότε και χιλιάδες εργαζόμενοι πετάχτηκαν κυριολεκτικά στον δρόμο. Η εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ δείχνει ότι υπήρξε μεγέθυνση σε ονομαστικούς όρους, καθώς επηρεάζεται (το ΑΕΠ) από τον πληθωρισμό, τις αλλαγές στις τιμές και τις στατιστικές αναθεωρήσεις, αλλά όχι τόσο από αντίστοιχη ενίσχυση της βιομηχανικής βάσης. Η όποια αύξησή του στηρίχθηκε στην κατανάλωση, στις υπηρεσίες, στον τουρισμό, στις κατασκευές, στην αγοροπωλησία ακίνητης περιουσίας, στην οικοδομή, στον δανεισμό και στην εισροή ξένων κεφαλαίων (ΕΕ κλπ). Αυτές οι δραστηριότητες αποτελούν μορφές οικονομικής καπιταλιστικής παραγωγής με την ευρεία έννοια, δεν ισοδυναμούν όμως με πραγματική βιομηχανική ανάπτυξη(1).
Η «βιομηχανία» χρησιμοποιείται ως όρος που αναφέρεται στην πραγματική παραγωγική βάση μιας χώρας και περιέχει ευρεία παραγωγή μηχανημάτων, βιομηχανικών προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, χημικών, μετάλλων, φαρμάκων, ηλεκτρολογικού εξοπλισμού και άλλων υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως αναφέρουν ακόμη και αστοί οικονομολόγοι. Οι ίδιοι βλέπουν τα ποσοστά συμμετοχής της βιομηχανίας στο ΑΕΠ να δείχνουν ότι η Ελλάδα δεν κατόρθωσε (δεν μπορεί πιο σωστά) να δημιουργήσει ένα ισχυρό και διαφοροποιημένο βιομηχανικό πλέγμα ανάπτυξης. Με πρόσχημα τα παραπάνω απαιτούν μαζί με τον ΣΕΒ και τον κεντρικό τραπεζίτη ένταση της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, νέα μείωση του λεγόμενου μισθολογικού κόστους, νέα ελαστικοποίηση της εργασίας για περισσότερη παραγωγικότητα. Το ότι η οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγόμενα μηχανήματα -όπως τεχνολογία πράσινης ενέργειας, πρώτες ύλες και ενδιάμεσα προϊόντα- δεν συνιστά «κανένα πρόβλημα»· αυτή η εξάρτηση αποτελεί για αυτούς πηγή νέων κερδών. Έτσι, συντριπτικά μεγάλο μέρος της εγχώριας παραγωγής δεν είναι αυτοδύναμο, αλλά εντάσσεται σε αλυσίδες αξίας που ελέγχονται από ισχυρά κέντρα του διεθνούς ιμπεριαλισμού.
Η αύξηση των επενδύσεων που πολλές φορές αναφέρεται από φιλοκυβερνητικά παπαγαλάκια δε σημαίνει αυτομάτως επένδυση στη βαριά βιομηχανία. Επενδύσεις σε ξενοδοχεία, τουριστικές εγκαταστάσεις, ακίνητα, οδικά έργα, λιμάνια, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΕΠ) ή logistics, επενδύσεις από ταμεία ανάκαμψης κλπ μπορούν να αυξάνουν το ΑΕΠ, χωρίς να δημιουργούν παραγωγή μηχανημάτων, τεχνολογίας και βιομηχανικών προϊόντων. Οι αστοί οικονομολόγοι, τραπεζίτες και όχι μόνο αναδεικνύουν επίσης τη μεταποίηση ως το απαύγασμα της βιομηχανικής παραγωγής, αποσιωπώντας και συγκαλύπτοντας το περιεχόμενο μιας πραγματικής ανάπτυξης, νομιμοποιώντας την εξάρτηση, την υποτέλεια και αποδεχόμενοι την περιφερειακή θέση της Ελλάδας στον διεθνή καταμερισμό.
Η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζει τη μεταποίηση (ορισμένων κλάδων στα όρια του καταμερισμού) ως πυρήνα ενός «νέου» αναπτυξιακού σχεδίου. Θέτει στόχους που μόνο με οικονομικά «μαγειρέματα» μπορεί να πραγματοποιηθούν. Το «νέο μοντέλο» τους δεν είναι νέο ως προς τις ταξικές του βάσεις και προσανατολισμούς . Είναι μια νέα διατύπωση της ίδιας υπάρχουσας καπιταλιστικής στρατηγικής, όπως υπαγορεύεται από τα ξένα και ντόπια μονοπωλιακά κέντρα μαζί με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Το ίδιο ισχύει και για τις προτάσεις του Αλέξη Τσίπρα και του πολιτικού χώρου που εκπροσωπεί, αφού κινείται στα πλαίσια των ίδιων κέντρων και απαντά στην ουσία με τον ίδιο τρόπο στο θεμελιώδες ζήτημα της εξουσίας πάνω στην παραγωγή. Όσο η οικονομία παραμένει στα χέρια του μεγάλου κεφαλαίου, η «παραγωγική ανασυγκρότηση» -με όποιο «μείγμα»- θα υπηρετεί την αποκατάσταση της κερδοφορίας του και όχι την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών.
Η ίδια η κυβέρνηση αναφέρεται σε σημαντικές επενδύσεις, όμως το μερίδιο της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας της μεταποίησης (που προβάλλουν) στο ΑΕΠ ανήλθε στο 8,7% για την Ελλάδα έναντι 14% κατά μέσο όρο στην ΕΕ το έτος 2024. Επίσης, ποιο τμήμα αυτών των κεφαλαίων κατευθύνθηκε στη βιομηχανία, στην έρευνα, στην παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών και στη δημιουργία εγχώριων παραγωγικών αλυσίδων;
Η χαμηλή και άνιση επενδυτική δραστηριότητα συνδέεται με την καπιταλιστική εξάρτηση. Η ξενόδουλη μεγαλοαστική τάξη, τα μονοπώλια «προτιμούν» συχνά δραστηριότητες με γρήγορη και σχετικά ασφαλή απόδοση. Η μακροχρόνια επένδυση στη βιομηχανία απαιτεί τεχνολογία, εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, έρευνα, σταθερή χρηματοδότηση και προστασία από τον διεθνή ανταγωνισμό. Αυτές οι προϋποθέσεις δεν εξασφαλίζονται από την πολιτική της εξάρτησης, της ελεύθερης αγοράς και της πλήρους ενσωμάτωσης στην ΕΕ και τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κέντρα και οργανισμούς σε συνθήκες ανταγωνισμών και πολέμων. Η Ελλάδα, ενταγμένη στον ιμπεριαλιστικό καταμερισμό εργασίας, είναι χώρα με περιορισμένη βιομηχανική δυνατότητα και υψηλή εξάρτηση από τα ισχυρά κέντρα του καπιταλισμού. Η καπιταλιστική της ανάπτυξη πραγματοποιείται μέσα σε σχέσεις άνισης ανταλλαγής, τεχνολογικής εξάρτησης, χρηματοπιστωτικής υποτέλειας και πολιτικής, οικονομικής επιτήρησης. Σωστά το διατυπώνει ο Λένιν στο βιβλίο του «Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού»: «[…] Σχέσεις εξάρτησης μεταξύ μεγάλων και μικρών κρατών υπήρχαν πάντα, στην εποχή όμως του ιμπεριαλισμού γίνονται γενικό σύστημα, αποτελούν μέρος των σχέσεων του μοιράσματος του κόσμου, μετατρέπονται σε κρίκους της αλυσίδας των πράξεων του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου».
Η ένταξη στην ΕΟΚ και ιδιαίτερα στην ΟΝΕ ενίσχυσε αυτή τη δομή. Η κοινή αγορά επέβαλε τον ανταγωνισμό με βιομηχανίες πολύ ισχυρότερων χωρών, ενώ η κοινή νομισματική πολιτική αφαίρεσε από την Ελλάδα βασικά εργαλεία καπιταλιστικής οικονομικής παρέμβασης. Η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων διευκόλυνε τις εξαγορές και τη μεταφορά κερδών, χωρίς αντίστοιχη μεταφορά παραγωγικής τεχνολογίας και βιομηχανικής αυτονομίας.
Η περίοδος των μνημονίων αποτέλεσε κορύφωση της εξάρτησης. Η τρόικα, η ΕΕ και το ΔΝΤ επέβαλαν πολιτικές βάρβαρης λιτότητας, μεγάλων ιδιωτικοποιήσεων, συντριπτική φτωχοποίηση του λαού και βαθιά ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας. Η κρίση οδήγησε σε νέο κλείσιμο εργοστασίων, συρρίκνωση βιομηχανικών μονάδων και νέα μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων στο εξωτερικό. Η αποβιομηχάνιση δεν εκδηλώθηκε μόνο με το κλείσιμο μεγάλων εργοστασίων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά και με τη διάλυση προμηθευτικών δικτύων, τη μείωση της τεχνικής ειδίκευσης και την απώλεια παραγωγικής τεχνογνωσίας. Η καταστροφή αυτή δεν αναπληρώνεται παραγωγικά. Γι’ αυτό-αναφερόμενοι στην αναπλήρωση- μιλούν για την επένδυση στο τουριστικό «προϊόν», στο real estate, την επέκταση της κατανάλωσης ή γενικότερα την εξαγωγή κυρίως προϊόντων και υπηρεσιών μικρής ή μεσαίας προστιθέμενης αξίας, ενώ αποκρύπτουν ότι εισάγουμε τα
…πάντα. Αυτό δείχνει χρόνια τώρα το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο, αφού το έλλειμμα το 2015 ήταν στα 16,457 δισ., το 2020 στα 18,150 δισ. και το 2025 στα 33,515 δισ.
Η κρίση έχει στρατοπεδεύσει «εδώ», απότοκο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος στηρίχθηκε σε δανεισμό, εισαγωγές, χρηματοπιστωτική διόγκωση, με το βάθεμα του τοκογλυφικού δημόσιου χρέους, στην καταστροφική ένταξη στην ΕΕ, αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Οι αντιλαϊκές πολιτικές και οι ιμπεριαλιστικοί φιλοπόλεμοι ανταγωνισμοί βάθυναν τις αιτίες της παραγωγικής αδυναμίας, επιτείνοντας αυτή ακριβώς την κρίση που μεταφέρεται από τη Wall Street, το City του Λονδίνου και τις Βρυξέλλες στις χώρες της περιφέρειας.
Από τη σκοπιά μας, θεωρούμε ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς οι κυβερνήσεις και τα κόμματα εξουσίας με τους προγραμματικούς σχεδιασμούς τους σε σχέση με τις επερχόμενες εκλογές. Ο λαός δεν πρέπει να έχει αυταπάτες. Το πρόβλημα είναι ο καπιταλισμός-ιμπεριαλισμός, είναι η παραγωγική διαδικασία που από την ίδρυση του ελληνικού κράτους οργανώθηκε με βάση τα συμφέροντα του κεφαλαίου και τις απαιτήσεις των ιμπεριαλιστικών κέντρων.
Όλες οι κυβερνήσεις -και η Νέα Δημοκρατία μαζί- επιδιώκουν την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, τη φορολογική διευκόλυνση των ξένων και ντόπιων μονοπωλίων, δίνουν «γη και ύδωρ» στους ιμπεριαλιστές με τη συμμετοχή της χώρας στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές οικονομικές και φιλοπόλεμες στρατηγικές. Στην ίδια λογική κινούνται και οι Τσίπρας, Ανδρουλάκης που, παρά τις διαφορετικές διακηρύξεις, δεν αμφισβητούν αλλά στηρίζουν ουσιαστικά το υποτελές πλαίσιο της ΕΕ, της ιμπεριαλιστικής επιτροπείας και φιλοπόλεμης πολιτικής.
Δεν υπάρχει πραγματικά «νέο παραγωγικό μοντέλο». Αυτό θα απαιτούσε συνολική ρήξη με την εξάρτηση, κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας, σχεδιασμό της οικονομίας με προσανατολισμό τις κοινωνικές λαϊκές ανάγκες. Το μοντέλο των δεξιών, φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών διακηρύξεων επιχειρεί να αναβαπτίσει τον εξαρτημένο καπιταλισμό μέσα στο ίδιο ιμπεριαλιστικό πλαίσιο και να εμφανίσει τη βάρβαρη πολιτική ως αναγκαιότητα. Γι’ αυτό, η πραγματική διέξοδος δεν βρίσκεται σε μια καλύτερη διαχείριση της εξάρτησης και γενικότερα του συστήματος, αλλά στην πάλη για εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική απελευθέρωση, κόντρα στο σύστημα της μισθωτής σκλαβιάς, κόντρα στα κέρδη του κεφαλαίου.
(1) Ιστοσελίδα e-prologos.gr: Οι ξένες επενδύσεις στα πλαίσια της εξάρτησης και η «ανάπτυξη».












