Τις τελευταίες ημέρες ήρθαμε αντιμέτωποι για μια ακόμα φορά με ένα βάρβαρο περιστατικό αστυνομικής βίας, που ως αποτέλεσμα είχε την άγρια δολοφονία ενός νέου ανθρώπου από αστυνομικά πυρά. Ο λόγος για τον 20χρονο Θοδωρή Ζαβραδινό-Καραμπαμπά, ο οποίος δολοφονήθηκε από αστυνομικούς που του επιτέθηκαν στο Άργος τα ξημερώματα της 8ης Ιουλίου. Οι αστυνομικοί τον πυροβόλησαν με 21 σφαίρες πισώπλατα, με μια σφαίρα να διαπερνά τον εγκέφαλο του, αφήνοντάς τον εγκεφαλικά νεκρό, με αποτέλεσμα να καταλήξει την περασμένη Κυριακή. Το «έγκλημα» που διέπραξε το παιδί ήταν ότι έκανε το μοιραίο λάθος να μη σταματήσει σε έλεγχο. Όπως αποκάλυψε η μητέρα του πρόκειται για αυτιστικό ενήλικα με 89% αναπηρία.
Πίσω από αυτή την απάνθρωπη κρατική δολοφονία βρίσκεται η πολιτική της κρατικής καταστολής και τρομοκρατίας. Δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με το πραγματικό της πρόσωπο. Το πρόσωπο που εκτρέφεται από την κυβέρνηση και την πολιτική της πίσω από το μανδύα του νόμου και της τάξης είναι εκείνο που οπλίζει δολοφόνους που στελεχώνουν τις τάξεις της ΕΛ.ΑΣ. Όσο και αν επιδιώκεται από την πλευρά των κυρίαρχων ΜΜΕ και της αστικής προπαγάνδας -τόσο σε αυτό όσο και σε κάθε αντίστοιχο περιστατικό- να αποκρύψουν τα παραπάνω συμπεράσματα πίσω από κούφια επιχειρήματα και φιλολογίες περί εξοστρακισμών της σφαίρας, κακιάς ώρας και στιγμής ή μεμονωμένων περιστατικών, ο λαός και η νεολαία αντιλαμβάνονται πολύ καλά το πραγματικό της πρόσωπο.
Η βία, η καταστολή και η επιβολή της εξουσίας του ισχυρού είναι στοιχεία που βρίσκονται στον πυρήνα της ίδιας της ύπαρξης των σωμάτων ασφαλείας και δεν αποτελούν ατυχείς εξαιρέσεις. Καλλιεργούνται με συστηματικό τρόπο κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Φαίνεται ξεκάθαρα αυτό, αρκεί κανείς να παρατηρήσει πως το αστυνομικό σώμα και η κυρίαρχη προπαγάνδα, μετά από κάθε τέτοιο περιστατικό εμφανίζονται συμπαγείς, σπεύδοντας πάντα να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.
Είναι ενδεικτική η μακαβριότητα των δηλώσεων που γίνονται τις τελευταίες μέρες από στελέχη της κυβέρνησης. Ο δήμαρχος Άργους-Μυκηνών, μέλος της πολιτικής επιτροπής της ΝΔ, σε τοποθέτησή του χαρακτήρισε την προφυλάκιση των δύο αστυνομικών περιττή, ισχυριζόμενος ότι «Δεν υπήρχε κανένα προηγούμενο με το θύμα, ούτε καμία πρόθεση. Υπήρξε μια στιγμή ακραίας έντασης στο πεδίο». Η εν ψυχρώ δολοφονία δηλαδή ενός νέου παιδιού αποτελεί -ή μπορεί να αποτελεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες- μια κακή στιγμή έντασης. Δεν δίστασε μάλιστα να επιρρίψει ευθύνες στην μητέρα του παιδιού διότι (κατά τα λεγόμενά του) δεν θα έπρεπε να του επιτρέπει να κυκλοφορεί, επειδή ήταν αυτιστικός, παίρνοντας μάλιστα το μέρος των αστυνομικών. Τέτοιες δηλώσεις, όχι μόνο αποτελούν μνημείο βαρβαρότητας και κυνισμού, όχι μόνο αναπαράγουν φασίζουσα ιδεολογία, αλλά εκθέτουν μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο την κυβέρνηση της ΝΔ και την πολιτική της κρατικής καταστολής και τρομοκρατίας. Όμως και οι δηλώσεις του υπουργού Χρυσοχοΐδη ότι οι αστυνομικοί «υπερβάλανε» στο έργο τους, ψελλίζοντας κάποιες φράσεις αποδοκιμασίας της δολοφονικής επίθεσης, εκφράζουν την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής και την προσπάθεια συγκάλυψης ενός ακόμη εγκλήματος. Η κυβέρνηση και το αστυνομικό σώμα όχι μόνο δεν αναλαμβάνουν την πολιτική ευθύνη για τη δολοφονία, αλλά επιδίδονται σε μια προσπάθεια συγκάλυψης, κάνοντας λόγο για εξοστρακισμό της σφαίρας και προειδοποιητικές βολές που καταρρίπτονται τόσο από τους βαλλιστικούς ελέγχους στα όπλα όσο και από τις εξετάσεις στο κεφάλι του παιδιού. Τα μέσα ενημέρωσης εξακολουθούν είτε να αποσιωπούν το περιστατικό, είτε να αναμασούν διαρκώς την χυδαία αυτή προπαγάνδα.
Για μια ακόμα φορά αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη δημόσια εικόνα η σχέση ώσμωσης που έχει το αστικό κράτος με τα όργανα άσκησης του «νόμου και της τάξης», αφού επί της ουσίας αλληλοκαλύπτονται. Και δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς, αφού ως όργανο άσκησης της «εκτελεστικής εξουσίας», το σώμα της αστυνομίας αποτελεί επί της ουσίας το μακρύ χέρι της αντιλαϊκής κυβερνητικής πολιτικής. Της πολιτικής εκείνης που χτυπάει δημοκρατικά δικαιώματα και κατακτήσεις, που οδηγεί την κοινωνία σε ακραία φτωχοποίηση, που βρίσκεται βουτηγμένη στον βούρκο των σκανδάλων, που καλλιεργεί το φασισμό προβάλλοντάς τον ως αντισυστημική ιδεολογία, ξεπουλώντας ταυτόχρονα γη και ύδωρ στο ξένο κεφάλαιο και στην ντόπια ολιγαρχία.
Και όταν ο λαός και η νεολαία βγαίνουν στο δρόμο και αγωνίζονται ενάντια στην πολιτική αυτή, η συμβολή των αστυνομικών δυνάμεων είναι πολύτιμη στο έργο αυτό της κυβέρνησης και του αστικού συστήματος. Χτυπούν λαϊκές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις, δολοφονούν και πνίγουν πρόσφυγες και μετανάστες, εκφοβίζουν και τρομοκρατούν συνδικαλιστές και φοιτητές μέσα σε σχολεία και πανεπιστήμια. Φτάνουν μέχρι και στο σημείο να πυροβολούν και να δολοφονούν εν ψυχρώ νέα παιδιά. Ταυτόχρονα, οι ηθικοί εγκληματίες -που δεν είναι άλλοι από την κυβερνητική συμμορία και τους γύρω της- μένουν στο απυρόβλητο. Η δική τους δολοφονική πολιτική έχει οδηγήσει στο θάνατο τόσους και τόσους χωρίς να αποδοθεί ποτέ δικαιοσύνη.
Ο αγώνας ενάντια στην κρατική καταστολή και την τρομοκρατία, που εκφοβίζει, χτυπάει, τρομοκρατεί και δολοφονεί είναι ένας αγώνας που αφορά όλο το λαό και τη νεολαία και ο οποίος συνδέεται άμεσα με τον αγώνα ενάντια στην κυβερνητική πολιτική συνολικά. Σε αυτή την πολιτική της ακρίβειας, της φτώχειας, της εμπλοκής στον πόλεμο, των σκανδάλων, της διαφθοράς, των κρατικών δολοφονιών, της καταστολής και της βίας οφείλουμε να ορθώσουμε το ανάστημά μας και να αγωνιστούμε για την ανατροπή της. Για το παιδί που τόσο άδικα έφυγε και για όλα τα άλλα παιδιά που έφυγαν στο παρελθόν. Τον Κώστα Φραγκούλη, το Νίκο Σαμπάνη, το Βασίλη Μάγγο, τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, το Μιχάλη Καλτεζά και κάθε θύμα της κρατικής καταστολής και της βάρβαρης δολοφονικής πολιτικής.












