Σε νέα περίοδο πολιτικής κρίσης εισέρχεται η Βρετανία μετά την παραίτηση του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ, ανοίγοντας τον δρόμο για τον 7ο κατά σειρά πρωθυπουργό σε μία δεκαετία. Ο Στάρμερ είχε έρθει στην εξουσία πριν από δύο χρόνια υποσχόμενος μια νέα εποχή σταθερότητας μετά τις εναλλαγές στην ηγεσία των Συντηρητικών και στην πρωθυπουργία- από τον Ντέιβιντ Κάμερον στην Τερέζα Μέι και στη συνέχεια στον Μπόρις Τζόνσον, τη Λίζ Τρας και τον Ρίσι Σούνακ. Ήταν αυτός που επανέφερε τους Εργατικούς στην εξουσία μετά από 14 χρόνια. Ωστόσο, μετά από λιγότερα από δύο χρόνια στην εξουσία, ο Στάρμερ κατέγραφε τα χαμηλότερα ποσοστά ικανοποίησης από οποιονδήποτε άλλο πρωθυπουργό εδώ και μισό αιώνα.
Η ταφόπλακα μπήκε με τη συντριπτική του ήττα στις τοπικές εκλογές του Μαΐου, η οποία ώθησε σχεδόν το ένα τέταρτο των βουλευτών του να ισχυριστούν ότι θα πρέπει να παραιτηθεί. Τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών του Μαΐου, όπου οι Εργατικοί έχασαν πάνω από 1.400 έδρες στα αγγλικά συμβούλια και τον έλεγχο του ουαλικού κοινοβουλίου, «έπληξαν» σοβαρά την εξουσία του. Πολλοί βουλευτές του κόμματος πείστηκαν ότι δεν μπορούσε να οδηγήσει τους Εργατικούς σε νίκη στις επόμενες γενικές εκλογές, που αναμένονται το καλοκαίρι του 2029.
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις έπαιξε η επιστροφή του Άντι Μπέρναμ στο κοινοβούλιο, μετά τη νίκη του στις ενδιάμεσες εκλογές απέναντι στο ακροδεξιό κόμμα Reform UK, το οποίο προηγείται στις περισσότερες δημοσκοπήσεις. Η επιτυχία του Μπέρναμ ενίσχυσε τα επιχειρήματα όσων θεωρούν ότι μπορεί να αποτελέσει πιο ισχυρό αντίπαλο του Reform στις κάλπες.
Από το 2016 και μετά, η πολιτική αναταραχή και η πόλωση που ακολούθησαν το δημοψήφισμα για το Brexit, τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα των προηγούμενων κυβερνήσεων των Συντηρητικών και η οικονομική κρίση είχαν ως αποτέλεσμα να μην καταφέρει κανένας Βρετανός πρωθυπουργός να ολοκληρώσει πλήρη κοινοβουλευτική θητεία, έναν κύκλο που τυπικά προβλέπεται να διαρκεί πέντε χρόνια.
Ο Ντέιβιντ Κάμερον, που είχε ταχθεί υπέρ της παραμονής του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ, παραιτήθηκε στη δεύτερη θητεία του, τον Ιούλιο του 2016, αφού έχασε το δημοψήφισμα για το Brexit· η Τερέζα Μέι αποχώρησε τρία χρόνια αργότερα, αφότου απέτυχε επανειλημμένα να περάσει από το κοινοβούλιο τη συμφωνία της για το Brexit· και ο Μπόρις Τζόνσον εγκατέλειψε το αξίωμα τον Σεπτέμβριο του 2022, μετά από πολυάριθμα σκάνδαλα. Η διάδοχός του, Λιζ Τρας, έμεινε στο πόστο της μόλις 49 ημέρες, καθιστώντας τη θητεία της τη συντομότερη πρωθυπουργού στην ιστορία της Βρετανίας. Στη συνέχεια, ο Ρίσι Σούνακ ηττήθηκε από το κεντροαριστερό Εργατικό Κόμμα του Στάρμερ στις γενικές εκλογές του 2024, έχοντας παραμείνει στην εξουσία κάτι λιγότερο από δύο χρόνια, βάζοντας έτσι τέλος στην 14ετή κυριαρχία των Συντηρητικών.
Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης πολιτικής κρίσης συνθέτοντας μια εικόνα που απέχει πολύ από αυτή της χώρας που κάποτε φημιζόταν για την ικανότητά της να παράγει σταθερές και μακρόβιες κυβερνήσεις σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το BREXIΤ έχει παίξει τον ρόλο του καθώς εδραιώθηκε ένας εσωτερικός διχασμός τόσο στην κυρίαρχη αστική τάξη, όσο και στην κοινωνία. Αυτό όμως που έχει σφραγίσει τα τελευταία χρόνια μια επιδεινούμενη οικονομική και πολιτική κρίση στην Βρετανία και σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία είναι οι διεθνείς εξελίξεις. Οι ανεπανόρθωτες επιπτώσεις από την εμπλοκή τους στον πόλεμο της Ουκρανίας, η γενική υποβάθμιση της Ευρώπης και της ΕΕ στην αναδιανομή των παγκόσμιων συσχετισμών με την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, και η πρωτοφανής συγκρουσιακή σχέση με τον βασικό τους σύμμαχο τις ΗΠΑ τροφοδοτούν την κρίση σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Η επιβολή αβάστακτων εμπορικών δασμών από τον Τραμπ και το ρήγμα στο ΝΑΤΟ καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις.












