Σε συνθήκες βαθέματος του ευρωατλαντικού ρήγματος και καταλύτη στη συγκυρία την άρνηση των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών να συρθούν στο αμερικανικό άρμα στον πόλεμο ενάντια στο Ιράν, πραγματοποιήθηκαν στις 12 Απρίλη οι βουλευτικές εκλογές στην Ουγγαρία.
Η φορτισμένη προεκλογική περίοδος συνοδεύτηκε από τις υπόγειες και φανερές επεμβάσεις ΗΠΑ και ΕΕ στην εσωτερική πολιτική ζωή της χώρας, με γεωπολιτικό επίδικο για την αμερικάνικη ηγεσία τη συνέχιση του μοντέλου Όρμπαν (ο οποίος ως ακραιφνής τραμπικός- ακροδεξιός ευρωσκεπτικιστής τάσσεται κατά της ευρωπαϊκής βοήθειας στην Ουκρανία, καταψηφίζοντας μάλιστα και το δάνειο μαμούθ των 90 δισ. ευρώ των Βρυξελλών -προικοδότηση του παραπαίοντος Ζελένσκι για να συνεχίσει τον πόλεμο).

Από την πλευρά του, το κοινοτικό δευθυντήριο βρήκε στο πρόσωπο του Μάγιαρ (πρώην συνεργάτης του Όρμπαν, με τον οποίο ήρθε σε ρήξη το 2024, αξιοποιώντας τη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στο καθεστώς για τους δικούς του ιδιοτελείς σκοπούς) τη χρυσή εφεδρεία για την «επιστροφή της Ουγγαρίας στην ευρωπαϊκή της πορεία» (Φον Ντερ Λάιεν) και τον απογαλακτισμό της χώρας από τις δυνάμεις που επιχειρούν να την βγάλουν από τη σφαίρα επιρροής της ΕΕ (ΗΠΑ, Ρωσία και Κίνα).

Στα πλαίσια του οξυμένου ανταγωνισμού μεταξύ του δυτικοευρωπαϊκού και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ξεχωρίζει ασφαλώς η ωμή πριμοδότηση του Τραμπ στον εκλεκτό του Όρμπαν, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος δεσμεύτηκε να θέσει την οικονομική ισχύ των ΗΠΑ στην υπηρεσία του τελευταίου που «ενσαρκώνει τον αγώνα κατά της μετανάστευσης και της υπεράσπισης του δυτικού πολιτισμού».
Με φόντο την απροκάλυπτη ανάμειξη του τραμπισμού στις εσωτερικές υποθέσεις της Ουγγαρίας, επιστρατεύθηκε ο αντιπρόεδρος Βανς, ο οποίος επιτέθηκε και αυτός με τη σειρά του στους «γραφειοκράτες των Βρυξελλών», καυτηριάζοντας κατά τα λοιπά εντελώς υποκριτικά «αυτό που έχει συμβεί σε αυτή τη χώρα κατά τη διάρκεια αυτής της προεκλογικής εκστρατείας» ως «ένα από τα χειρότερα παραδείγματα ξένης παρέμβασης σε εκλογές που έχω δει ή διαβάσει ποτέ».

Τελικά το αποτέλεσμα των επίμαχων εκλογών της 12ης Απρίλη κατέγραψε τη συντριπτική νίκη του Μάγιαρ, το κόμμα του οποίου κατέλαβε πάνω από 138 από τις συνολικά 199 έδρες του εθνικού κοινοβουλίου, ενώ το κόμμα Όρμπαν κατέλαβε 54 έδρες. Η νίκη του κεντροδεξιού φιλοευρωπαϊστή Μάγιαρ πανηγυρίστηκε έντονα από τα επιτελεία της ΕΕ και περίσσεψαν οι παράτες για «προσήλωση του ουγγρικού λαού στις αξίες της Ευρώπης» (Μακρόν), για «την ισχυρή, ασφαλή και πάνω από όλα ενωμένη Ευρώπη» (Μέρτς). Τον νικητή χαιρέτισε φυσικά ο Ζελένσκι, ενώ ο Πολωνός Τουσκ υπερθεμάτισε σε αντιρωσική υστερία κραυγάζοντας: «Ρώσοι σπίτια σας!».

Από την πλευρά του, ο Μάγιαρ (που βγήκε πρωθυπουργός δημαγωγώντας για το καθεστώς διαφθοράς και ανελευθερίας του καθεστώτος Όρμπαν, το οποίο ωστόσο και ο ίδιος με ζήλο υπηρέτησε για πολλά χρόνια), έσπευσε στις πρώτες του δηλώσεις να ισορροπήσει σε δύο βάρκες, υποβάλλοντας σε κρύο ντους τους Ευρωπαίους προστάτες του και τασσόμενος υπέρ των «πραγματιστικών σχέσεων με τη Ρωσία, καθώς δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία». Είναι χαρακτηριστικό πως η Ουγγαρία παίρνει πετρέλαιο και φυσικό αέριο από τον Πούτιν, ενώ η Μόσχα έχει υπό κατασκευή πλουτοπαραγωγικό πυρηνικό σταθμό νότια της Βουδαπέστης.

Δείχνοντας πως θα βαδίσει στα χνάρια του προκατόχου του και πολιτικού του μέντορα, Όρμπαν, ο Μάγιαρ ζήτησε από τον Ούγγρο πρόεδρο να παραιτηθεί, καθώς σε διαφορετική περίπτωση προανήγγειλε τροποποίηση του συντάγματος για να απομακρυνθεί αυτός, «όπως και όλες οι μαριονέτες που έχουν διοριστεί σε θέσεις κλειδιά από το σύστημα Όρμπαν, είτε πρόκειται για τον γενικό εισαγγελέα, είτε πρόκειται για τον πρόεδρο του συνταγματικού δικαστηρίου».