Η κακοκαιρία «Ερμίνιο» ήρθε να επιβεβαιώσει, για ακόμη μια φορά, πως στην Ελλάδα 2.0, στην Ελλάδα της «ανάπτυξης» και της «ψηφιακής εποχής», η ανθρώπινη ζωή και η λαϊκή περιουσία παραμένουν απροστάτευτες μπροστά σε ένα φαινόμενο τόσο «απλό», όσο μια έντονη βροχόπτωση. Ο τραγικός απολογισμός αυτής της νέας καταστροφής περιλαμβάνει τον θάνατο ενός άντρα στη Νέα Μάκρη, κατεστραμμένα σπίτια, πλημμυρισμένα υπόγεια, παρασυρμένα αυτοκίνητα και δεκάδες οικογένειες που βρέθηκαν μέσα σε λίγες ώρες να μετρούν τις ζημιές τους χωρίς καμία ουσιαστική στήριξη.

Για άλλη μια φορά, ο λαός βρέθηκε στο ίδιο έργο θεατής. Οι εικόνες που εκτυλίχθηκαν δεν ήταν ούτε πρωτόγνωρες ούτε «ακραίες», όπως έσπευσαν να τις χαρακτηρίσουν κυβερνητικά στελέχη και τα γνωστά φερέφωνά τους στα ΜΜΕ. Ήταν εικόνες γνώριμες: δρόμοι που μετατρέπονται σε ποτάμια, σπίτια που πνίγονται στη λάσπη, άνθρωποι εγκλωβισμένοι και αβοήθητοι. Και όλα αυτά, όχι επειδή συνέβη κάποιο πρωτοφανές φυσικό φαινόμενο, αλλά επειδή απουσιάζουν τα στοιχειώδη έργα αντιπλημμυρικής προστασίας.

Δεκάδες περιοχές σε όλη τη χώρα πλήρωσαν για πολλοστή φορά το τίμημα της πολιτικής που αντιμετωπίζει την προστασία της ζωής ως «κόστος». Ρέματα μπαζωμένα ή ασυντήρητα, φρεάτια βουλωμένα, υποδομές απαρχαιωμένες και ανύπαρκτος σχεδιασμός. Όλα αυτά συνθέτουν το σκηνικό μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας. Γιατί δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι δεν ήξεραν. Τα προβλήματα είναι γνωστά εδώ και χρόνια, καταγεγραμμένα και επαναλαμβανόμενα μετά από κάθε κακοκαιρία.

Κι όμως, αντί για ουσιαστική πρόληψη, η απάντηση του κρατικού μηχανισμού περιορίζεται και πάλι σε ευχολόγια, σε εκ των υστέρων διαπιστώσεις και στα γνωστά μηνύματα του 112 που καλούν τον κόσμο να «περιορίσει τις μετακινήσεις του». Με άλλα λόγια, η ευθύνη μετακυλίεται για άλλη μια φορά στον ίδιο τον λαό: αν πλημμύρισες, αν καταστράφηκε το σπίτι σου, αν κινδύνεψες ή έχασες τη ζωή σου, φταις που δεν πρόσεξες αρκετά.

Αποτελεί το λιγότερο πρόκληση το γεγονός πως το υπουργείο Εργασίας ανακοίνωσε το μεσημέρι της Τετάρτης την «απαγόρευση των εξωτερικών εργασιών από τις 18:00 ως τις 22:00», την ίδια ώρα που εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι βρίσκονταν ήδη στις δουλειές τους ή έπρεπε να γυρίσουν από αυτές. Και φυσικά, καμία αποζημίωση δεν πρόκειται να δοθεί στους εργαζόμενους για τα χιλιάδες χαμένα μεροκάματα. Πνιγμένη μέσα στις αντιφάσεις μιας αλλοπρόσαλλης, ψευτοεπιστημονικής και ουσιαστικά εγκληματικής πολιτικής, η κυβέρνηση, ενώ προχώρησε στο κλείσιμο των εσπερινών ΕΠΑΛ, άφησε στη διακριτική ευχέρεια των ιδιοκτητών των φροντιστηρίων αν θα μείνουν ανοιχτά ή όχι, αν θα πραγματοποιήσουν τηλεκπαίδευση ή όχι.

Την ίδια στιγμή, η επίκληση της «ατομικής ευθύνης» γίνεται μόνιμο άλλοθι για να συγκαλυφθούν οι τεράστιες ελλείψεις σε υποδομές και σχεδιασμό. Δε φταίει το κράτος που δεν έχει εξασφαλίσει αντιπλημμυρική θωράκιση, αλλά ο λαός που δεν «προσαρμόστηκε». Δεν ευθύνεται η απουσία αντιπλημμυρικών έργων, αλλά η «ένταση» της βροχής. Έτσι, μια προβλέψιμη και διαχειρίσιμη κατάσταση παρουσιάζεται ως φυσική καταστροφή απέναντι στην οποία δεν μπορούσε να γίνει τίποτα.

Ακόμη πιο προκλητική είναι η προσπάθεια να ντυθούν αυτές οι επιλογές με τον μανδύα της επιστημονικότητας. Οι προειδοποιήσεις των μετεωρολόγων αξιοποιούνται επιλεκτικά, όχι για να οργανωθεί έγκαιρα η προστασία, αλλά για να δικαιολογηθεί εκ των προτέρων η ανεπάρκεια. Όταν η επιστήμη χρησιμοποιείται ως άλλοθι και όχι ως εργαλείο πρόληψης, τότε αντιλαμβάνεται κανείς πως έχει πάψει να υπηρετεί τον ρόλο της.

Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που θρηνούμε θύματα από μια κακοκαιρία. Κάθε χρόνο, σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια, επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο: καταστροφές, δηλώσεις συμπόνοιας, υποσχέσεις και στη συνέχεια σιωπή μέχρι την επόμενη τραγωδία, μέχρι το επόμενο έγκλημα της ανάλγητης κυβερνητικής πολιτικής. Στο μεταξύ, οι κάτοικοι των πληγεισών περιοχών καλούνται να αποκαταστήσουν μόνοι τους τις ζημιές, να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη και να συνεχίσουν τη ζωή τους μέχρι την επόμενη φορά.

Η κακοκαιρία «Ερμίνιο» δεν ήταν μια «κακιά στιγμή». Ήταν η φυσική συνέπεια μιας πολιτικής που αφήνει απροστάτευτες ολόκληρες περιοχές, που ιεραρχεί υψηλότερα τα κέρδη από τις ανθρώπινες ζωές. Ήταν η φυσική συνέπεια ενός «επιτελικού κράτους» που τελικά είναι «επιτελικό» μόνο όταν πρόκειται για την καταστολή των λαϊκών αγώνων, για να οργανώνει παρακολουθήσεις όπως συνέβη με τις υποκλοπές, για τη συγκάλυψη κυβερνητικών σκανδάλων κλπ. Αυτό το κράτος, αυτή η πολιτική, δεν μπορούν παρά να αντιμετωπίζουν την πρόληψη ως περιττή πολυτέλεια. Και όσο αυτή η πολιτική συνεχίζεται, τόσο θα πληθαίνουν οι «ατυχείς στιγμές» και τα «ακραία φαινόμενα» που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από την επανάληψη της ίδιας τραγωδίας.

Ο θάνατος του άντρα στη Νέα Μάκρη, οι εκατοντάδες καταστροφές λαϊκών περιουσιών δεν μπορούν και δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι ένα ακόμη προειδοποιητικό καμπανάκι που, όπως και τόσα άλλα στο παρελθόν, κινδυνεύει να χαθεί μέσα στον θόρυβο της επικοινωνιακής διαχείρισης. Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει επόμενη φορά. Το ερώτημα είναι πόσοι ακόμη θα χρειαστεί να πληρώσουν το τίμημα της ίδιας, γνωστής και επαναλαμβανόμενης κυβερνητικής αδιαφορίας και αναλγησίας.