«Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος στην Ελλάδα έχει τα χαρακτηριστικά ενός ολιγοπωλίου: κυριαρχείται από τέσσερις τράπεζες, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως «συστημικές» («Τράπεζα Πειραιώς Ανώνυμος Εταιρεία», «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.», «Αλφα Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρεία», «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία») και οι οποίες εποπτεύονται απευθείας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)».
Δεν είναι δικό μας το παραπάνω απόσπασμα… το αντιγράψαμε από την ενδιάμεση έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού με τίτλο «Κλαδική έρευνα για τις τραπεζικές καταθέσεις» που δόθηκε στη δημοσιότητα στις αρχές του Μαρτίου.
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες λειτουργούν ως «κράτος εν κράτει» στο πλαίσιο του ελληνικού καπιταλισμού, και πάντως σε βάρος των μικρών καταθετών. Με κέρδη που άγγιξαν τα 4,7 δισ. ευρώ το 2025 μοιράζουν στους μετόχους τους περίπου 2,8 δισ. ευρώ εκ των οποίων το 85% φεύγει στο εξωτερικό και αυτό γιατί η κυβέρνηση Μητσοτάκη διευκόλυνε κατά πολύ την είσοδο στη μετοχική τους σύνθεση διάφορων «επενδυτών» από την αλλοδαπή.
Πολλά περισσότερα είναι τα «ξεφωνημένα» προνόμια που έχουν οι τράπεζες στη χώρα μας. Θα επιχειρήσουμε να συνοψίσουμε και να εκθέσουμε ορισμένα από αυτά.
Tο επιτοκιακό περιθώριο, δηλαδή η διαφορά μεταξύ του μέσου επιτοκίου νέων καταθέσεων και του μέσου επιτοκίου νέων δανείων, που είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Αυτό πολύ απλά σημαίνει ότι οι τράπεζες παίρνουν τις καταθέσεις σχεδόν τσάμπα (με μηδενικό ή αναιμικό επιτόκιο) και τις μετατρέπουν σε δάνεια με υψηλά επιτόκια. Σε απλά ελληνικά είναι κλασσική ολιγοπωλιακή πρακτική για να το θέσουμε ευγενικά.
Είναι σε όφελος των τραπεζών το «κούρεμα» της πραγματικής αξίας των καταθέσεων, ιδιαίτερα μάλιστα των καταθέσεων χαμηλού ύψους των νοικοκυριών. Υπολογίζεται πως η απώλεια της πραγματικής αξίας μόνο για τις καταθέσεις αυτού του είδους καταθέσεων ανέρχεται σε 19 δισ. ευρώ (!) σε μία μόνο τετραετία, από το 2021 έως και το 2024, ενώ για το σύνολο των καταθέσεων οι απώλειες ξεπερνούν κατά πολύ τα 20 δισ. ευρώ, και στην ουσία μιλάμε για καταθέσεις της μιας μέρας προκειμένου να ανταποκριθούν τα νοικοκυριά σε τρέχουσες υποχρεώσεις. Και αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «λογιστική» απώλεια αλλά πραγματική.
Εκτός από τις άμεσες ενισχύσεις που δόθηκαν με σειρά κεφαλαιοποιήσεων στην περίοδο 2010 έως 2015 για να μη καταρρεύσουν, και όλα αυτά σε βάρος των φορολογουμένων, την ίδια περίοδο που ο λαός μας μάτωνε από την επιβολή των βάρβαρων μνημονίων, εκτός από τις κρατικές εγγυήσεις για τη μεταβίβαση των «κόκκινων» δανείων σε funds για να ομαλοποιηθούν οι ισολογισμοί τους, μια ακόμα σοβαρή διευκόλυνση έχει δοθεί στις τράπεζες που ακούει στο όνομα αναβαλλόμενη φορολογία (DTC) και μάλιστα με κρατική εγγύηση. Ο αναβαλλόμενος φόρος (Deferred Tax Credit) είναι ένας λογιστικός μηχανισμός που χρησιμοποιείται για να αποτυπώσει φόρους οι οποίοι θα πληρωθούν ή θα συμψηφιστούν στο μέλλον. Άρα και χωρίς φορολόγηση διάγουν επί του παρόντος τα τραπεζικά ιδρύματα και μάλιστα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία μέχρι στιγμής, ο οφειλόμενος αναβαλλόμενος φόρος των τεσσάρων συστημικών τραπεζών ξεπερνά τα 13 δισ. ευρώ.
Παρά το γεγονός πως ο αναβαλλόμενος φόρος είναι ποσό που μεταφράζεται όχι σε πραγματικές αξίες, αλλά είναι ένα λογιστικό νούμερο, προερχόμενο από φόρους που θα πληρωθούν από τις τράπεζες στο μέλλον, ωστόσο μοιράζουν μερίσματα χωρίς καν να έχουν αποτυπωθεί στους ισολογισμούς τους.
Έτσι αναμένονται να κλείσουν η Alpha Bank με Καθαρά κέρδη 870-900 εκατ. ευρώ, η Τράπεζα Πειραιώς με Καθαρά κέρδη 1,1 δισ. ευρώ, η Εθνική Τράπεζα με Καθαρά κέρδη 1,1 – 1,2 δισ. ευρώ, η Eurobank με Καθαρά κέρδη 1,3 – 1,4 δισ. ευρώ. Και όμως ενδιάμεσα το 2025 διένειμαν στους μετόχους τους κέρδη με τη μορφή προμερισμάτων. Συνολικά οι τέσσερις συστημικές τράπεζες διένειμαν 581 εκατ. ευρώ σε προμερίσματα.
Μία επίσης πηγή κέρδους για τις τράπεζες συνιστούν οι υπέρογκες προμήθειες που χρεώνουν στους πελάτες τους. Με συνεχώς νέες χρεώσεις, όπως για παράδειγμα οι λεγόμενοι «συνδρομητικοί λογαριασμοί» με μηνιαία χρέωση από 0,50 έως 0,80 ευρώ, μετατρέποντας τους απλούς λογαριασμούς καταθέσεων αυτόματα σε λογαριασμούς με πακέτα προνομίων που ούτε οι καταθέτες έχουν δει… Πρόκειται για μια νέα, συγκαλυμμένη προμήθεια, η οποία πλήττει κυρίως τους πολίτες με μικρά υπόλοιπα, αναγκάζοντάς τους να πληρώνουν για υπηρεσίες που κάποτε ήταν δωρεάν ή να κλείνουν τους λογαριασμούς τους. Και σαν να μην έφταναν αυτά η Εθνική, η «μεγάλη μας φίλη» σύμφωνα με ένα παλιό διαφημιστικό της σλόγκαν, αποφάσισε να χρεώνει ετήσια 96 ευρώ στους επαγγελματίες που έχουν στην κατοχή τους μηχανάκια POS για να πληρώνουν οι πελάτες τους με κάρτες διπλασιάζοντας το κόστος. Ενώ είναι σίγουρο πως με οδηγό την Εθνική τράπεζα, θα ακολουθήσουν και οι υπόλοιπες. Να σημειωθεί πως οι χρεώσεις αυτές είναι ανεξάρτητες από τις προμήθειες που παρακρατούν οι τράπεζες στις συναλλαγές που γίνονται με τα POS και τις κάρτες.












