Πριν τρεισήμισι περίπου μήνες ο Τραμπ, με το πομπώδες ύφος του παγκόσμιου σερίφη που υπαγορεύει όρους στα άλλα κράτη του πλανήτη, είχε αναγγείλει ότι στις 2 Απρίλη -που την ονόμασε «ημέρα της απελευθέρωσης»- θα επιβάλει επαυξημένους δασμούς στις εισαγωγές από δεκάδες χώρες που έχουν εμπορικές συναλλαγές με τις ΗΠΑ. Δασμούς της τάξης τουλάχιστον του 10% που θα έφταναν μέχρι 50% ή και περισσότερο σε χώρες που οι εξαγωγές τους στις ΗΠΑ είναι μεγαλύτερες από τις εισαγωγές που κάνουν σε αμερικάνικα προϊόντα.

Η ανακοίνωση έφερε ισχυρή διαταραχή στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές και εμπορικές αγορές. Λίγες μέρες μετά ο Τραμπ ανέβαλε για 90 ημέρες την αύξηση των δασμών με την απαίτηση, μέσα σε αυτό το διάστημα, να συναφθούν νέες εμπορικές συμφωνίες με την Ουάσιγκτον που θα ανακαθόριζαν το ύψος των δασμών. Προειδοποίησε μάλιστα, πως, μετά το τέλος αυτής της προθεσμίας, αν δεν έχουν γίνει τέτοιες συμφωνίες, θα προχωρήσει σε μεγαλύτερη αύξηση των δασμών για τα εισαγόμενα στην αμερικάνικη αγορά προϊόντα.

Η 9η Ιουλίου -που ήταν η καταληκτική ημερομηνία αυτής της προθεσμίας- έφτασε και ο Τραμπ, επικαλούμενος ότι τα περισσότερα κράτη δεν ολοκλήρωσαν ή δεν προχώρησαν σε εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ, έστειλε σε αυτά επιστολές με τους δασμολογικούς συντελεστές που θα τους επιβάλει στα προϊόντα τους από την 1η Αυγούστου.

Οι επιστολές του Τραμπ ανακοίνωσαν αύξηση 30% σε προϊόντα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από το Μεξικό, 35% σε εισαγωγές από τον Καναδά, 25% σε αγαθά εισαγόμενα από την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, 25% έως 40% σε 12 ακόμα χώρες. 23 συνολικά χώρες -14 από τις οποίες βρίσκονται στην Ασία- έλαβαν τέτοιες δασμολογικές επιστολές. Ανάμεσα τους και η Βραζιλία στην οποία ο Τραμπ έστειλε επιστολή που περιέχει επιβολή δασμών 50%(!) στα προϊόντα της. Ένα πολύ υψηλό ποσοστό που συνδυάστηκε με δήλωση υποστήριξης του Τραμπ προς τον ακροδεξιό πρώην πρόεδρο της Βραζιλίας Ζ. Μπολσονάρο, που διώκεται για απόπειρα πραξικοπήματος. Η συμπερίληψη μιας τέτοιας πολιτικής δήλωσης σε μια επιστολή που αναφέρεται σε εμπορικές συναλλαγές και ο υπερμεγέθης δασμός του 50% σαν «τιμωρία» στην κυβέρνηση της Βραζιλίας για τη δίωξη του φίλου του Τραμπ, Μπολσονάρο, αποκαλύπτει πως οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν το όπλο των δασμών όχι μόνο σαν οικονομικό όπλο κατά των άλλων κρατών αλλά και σαν όπλο πολιτικής πίεσης. Το ίδιο ακριβώς δείχνει και η απειλή του για επιβολή πρόσθετων δασμών 10% στα κράτη-μέλη της ομάδας των BRICS, που την κατονόμασε «αντιαμερικανική συμμαχία», και κατά χωρών που ευθυγραμμίζονται με τις «αντιαμερικανικές πολιτικές» του μπλοκ των BRICS.

Οι ανακοινώσεις Τραμπ ξανασήκωσαν κύμα αναταραχής στην παγκόσμια οικονομία, αναστάτωσαν και το συμμαχικό δυτικό στρατόπεδο και πυροδότησαν διευρυμένες διεθνείς αντιδράσεις:
Ο οργανισμός Εμπορίου του ΟΗΕ επέκρινε τις νέες κινήσεις του Τραμπ ως παράγοντα που παρατείνει την περίοδο οικονομικής αβεβαιότητας και υπονομεύει τις μακροπρόθεσμες επενδυτικές και επιχειρηματικές συμφωνίες.

Η ΕΕ φάνηκε να αιφνιδιάζεται από τις ανακοινώσεις του Τραμπ καθώς η ίδια είχε ενημερώσει, λίγες μέρες πριν λάβει την επιστολή Τραμπ για αύξηση των δασμών σε εισαγόμενα στην αμερικανική αγορά ευρωπαϊκά προϊόντα, πως πλησιάζει σε μια «συμφωνία-πλαίσιο» με τις ΗΠΑ. Η διεθνής ειδησεογραφία, μάλιστα, αποκάλυψε πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να επιτύχει υπογραφή συμφωνίας με τις ΗΠΑ είχε υποχωρήσει στο κρίσιμο θέμα της επιβολής φόρου στις αμερικάνικες ψηφιακές εταιρείες όπως η Apple και η Meta. Ωστόσο οι ευρωπαϊκές υποχωρήσεις δεν έφεραν συμφωνία, αλλά αντίθετα νέα αμερικάνικη πίεση. Μετά την επιστολή Τραμπ, η αμερικανοευρωπαϊκή διαπραγμάτευση κατέρρευσε και μεγάλη ανησυχία κατέκλυσε την ηγεσία της ΕΕ, καθώς το ενδεχόμενο επιβολής δασμών 30% θα έχει ισχυρές αρνητικές συνέπειες στην ευρωπαϊκή οικονομία, με δεδομένο ότι οι ΗΠΑ είναι ο κύριος εμπορικός εταίρος της ΕΕ για τις εξαγωγές της.

Τα δασμολογικά μέτρα χρησιμοποιούνται από τις ΗΠΑ σαν ένας δεύτερος μοχλός πίεσης στην ευρωπαϊκή οικονομία, μετά την επιβολή της αμερικάνικης απόφασης για αύξηση των ευρωπαϊκών δαπανών για το ΝΑΤΟ. Η απάντηση της ΕΕ απέναντι στην αυξανόμενη αμερικάνικη πίεση, πως δίνει προτεραιότητα σε «μια λύση με διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ» και σε μια «εποικοδομητική διατλαντική εταιρική σχέση» και «εάν απαιτηθεί» θα «υιοθετήσει αναλογικά αντίμετρα» αντανακλά ένα συγκερασμό διιστάμενων απόψεων στο εσωτερικό της για τη στάση που πρέπει να κρατήσει. Άλλες φωνές, όπως της Γερμανίας, ζητούν διαπραγμάτευση για μια γρήγορη συμφωνία ώστε να «προστατευτεί» η γερμανική βιομηχανία που έχει τις μεγαλύτερες εξαγωγές στις ΗΠΑ· και άλλες, όπως της Γαλλίας, ζητούν «επανεξέταση της τακτικής» και κατάρτιση αντιποίνων «χωρίς ταμπού» για να μην υποκύψει η ΕΕ σε μονόπλευρη συμφωνία με τους όρους των ΗΠΑ.

«Βαθιά λυπηρή» χαρακτήρισε και η Ιαπωνία την απειλή του Αμερικάνου προέδρου για επιβολή δασμών 25% στα εισαγόμενα γιαπωνέζικα προϊόντα. Η στενή σύμμαχος των ΗΠΑ έκανε πολλούς κύκλους διαπραγματεύσεων με την Ουάσιγκτον, χωρίς όμως κατάληξη, και με τον Τραμπ στο τέλος να επιπλήττει το Τόκιο ως «σκληρό» και «κακομαθημένο».

Η αντίδραση των BRICS στις απειλές για δασμούς 10%, που εκτόξευσε ο Τραμπ ενάντιά τους τις μέρες που είχαν σύνοδο κορυφής στη Βραζιλία, βρήκε την πιο έντονη έκφρασή της στην άμεση απάντηση του προέδρου της Βραζιλίας Λούλα πως «ο κόσμος έχει αλλάξει. Δεν θέλουμε αυτοκράτορα».

Τέλος η Κίνα έδωσε την απάντηση πως οι δασμοί του Τραμπ ισοδυναμούν με «εκφοβισμό» και τον κάλεσε «να μην αναζωπυρώσει την εμπορική ένταση επαναφέροντας τους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα». Διαθέτοντας πλέον οικονομικό έρμα, αντιμετωπίζει ευθέως τις απειλές του Τραμπ και είναι χαρακτηριστικές από την άποψη αυτή, δύο πρόσφατες δηλώσεις: Η μία της πρώην Υπάτου Εκπροσώπου των ΗΠΑ στο Διεθνές Εμπόριο πως «η Κίνα είναι πλέον καλύτερα προετοιμασμένη. Έχει προσαρμόσει την στρατηγική της». Και η άλλη του διευθύνοντος συμβούλου της JPMorgan, της μεγαλύτερης αμερικάνικης τράπεζας, που μετά την επίσκεψή του στην Κίνα είπε πως «Δεν φοβούνται. Αν νομίζετε ότι θα υποκύψουν στην Αμερική καλύτερα να το ξανασκεφτείτε».

Το σκηνικό εμπορικού πολέμου που έχει στήσει ο Τραμπ, εδώ και ένα εξάμηνο, τη μία επιβάλλοντας δασμούς, την άλλη αναστέλλοντάς τους, τη μια απειλώντας με νέους πιο αυξημένους δασμούς, την άλλη αναβάλλοντάς τους για ένα χρονικό διάστημα, τη μια κάνοντας ανακοινώσεις μέσα από τα διαδικτυακά μέσα, την άλλη στέλνοντας επιστολές σε κυβερνήσεις, αποτελεί πλέον αντικείμενο μιας ευρείας διεθνούς συζήτησης για το τι κάθε φορά είναι ο στόχος των ΗΠΑ αλλά και πού αποβλέπουν και πώς πρέπει να αντιμετωπισθούν οι κινήσεις του Τραμπ. Οι οποίες, όσο εκτυλίσσονται, τόσο φαίνονται ως μέρος μιας τακτικής που με επιθετικές ανακοινώσεις για δασμούς, με την τοποθέτηση προθεσμιών για την εφαρμογή τους, με αιφνιδιασμούς και με «σκληρές» διαπραγματεύσεις, επιδιώκει να δυναμώνει την πίεση και τους εκβιασμούς για να ενδώσουν τα κράτη που απειλεί με αύξηση των δασμών σε εμπορικές συμφωνίες που θα ενσωματώνουν προνομιακούς οικονομικούς όρους για τις ΗΠΑ.

Ο απολογισμός του πρώτου εξαμήνου του δασμολογικού πολέμου απέχει παρασάγγες από τις «200 συμφωνίες» που υποσχόταν, τον Απρίλιο, ο Τραμπ ότι θα επιτύχει μέσα σε 90 ημέρες. Μόλις μια εμπορική συμφωνία για τους δασμούς ανακοινώθηκε αυτές τις μέρες με την Ινδονησία, που ορίζει δασμούς 19% έναντι 32% που είχε ανακοινώσει ο Τράμπ, ενώ τρεις ακόμα συμφωνίες με την Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Βιετνάμ αναφέρονται ως «συμφωνίες-πλαίσιο». Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκ. Μπέσεντ είπε πως από τον Απρίλη δεν εκδηλώθηκε μεγάλη προθυμία από τα περίπου 30 κράτη που αναμένονταν να έλθουν σε διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ για εμπορική συμφωνία και, μάλιστα, «πολλά απ’ αυτά δεν επικοινώνησαν ποτέ μαζί μας».

Οι τραμπικοί οικονομικοί εκφοβισμοί και απειλές δεν βρίσκουν εύκολο έδαφος σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου έχει γίνει μεγάλη μεταβολή συσχετισμών των παγκόσμιων δυνάμεων. Αυτό αντικατοπτρίζει και η δήλωση άρνησης της «αυτοκρατορίας» του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού που έκανε ο πρόεδρος της Βραζιλίας. Της Βραζιλίας, που ο Τραμπ την απείλησε με υπερμεγέθεις δασμούς της τάξης του 50%, παρά το ότι οι ΗΠΑ έχουν πλεόνασμα στο εμπόριό τους με αυτή τη χώρα!

Η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου από την αμερικάνικη διοίκηση του Τραμπ δείχνει την επιθετικότητα με την οποία ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός προσπαθεί να διατηρήσει την παγκόσμια οικονομική ηγεμονία των ΗΠΑ, που χάνει έδαφος από την ανάδυση νέων μεγάλων οικονομικών δυνάμεων, πρώτα-πρώτα της Κίνας. Δεν διστάζει γι’ αυτό να απειλεί και να εκφοβίζει όχι μόνο τα κράτη που θεωρεί αντίπαλα αλλά και τα φιλικά κράτη-εταίρους και συμμάχους του. Δεν διστάζει να τινάζει στον αέρα διεθνείς οικονομικές συνθήκες και τους «κανόνες» των διεθνών οικονομικών οργανισμών που ποδηγετούσαν οι ΗΠΑ τις προηγούμενες δεκαετίες, εκτραχύνοντας τον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό και εντείνοντας την παγκόσμια οικονομική αστάθεια και κρίση.