Η απεργία διάρκειας δέκα ημερών που πραγματοποίησαν οι ναυτεργάτες στα Ε/Γ-Ο/Γ πλοία της Αδριατικής αποτέλεσε μια αγωνιστική αναλαμπή για το εργατικό κίνημα στην περίοδο που διανύουμε. Αποτέλεσε έναν πολυήμερο αγώνα, όπου με ενότητα και αντοχή οι ναυτεργάτες αντιμετώπισαν με μαχητικότητα και θάρρος την αδιαλλαξία και την τρομοκρατία των εφοπλιστών και της κυβέρνησης, ξεπέρασαν δυσκολίες που δημιούργησε η στάση ορισμένων δυνάμεων που δρουν στο εσωτερικό του ναυτικού συνδικαλιστικού κινήματος, κατόρθωσαν να κερδίσουν μια ευρύτερη εργατική και λαϊκή συμπαράσταση και πέτυχαν ένα θετικό αποτέλεσμα.

Στις 2-3 Απρίλη του 2025 η Πανελλήνια Ένωση Ναυτών Εμπορικού Ναυτικού (ΠΕΝΕΝ) είχε κηρύξει απεργία με ναυτεργατικά αιτήματα που υπέβαλε στον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) και στην κυβέρνηση. Αφού παρήλθε ένα χρονικό διάστημα, πλέον των δύο μηνών, χωρίς απάντηση στα αιτήματά της, στις 16 Ιούνη αποφάσισε να συνεχίσει τη διεκδίκηση των αιτημάτων της (κατοχύρωση 2 ρεπό εκτός πλοίων κάθε μήνα, εξίσωση μισθών σύμφωνα με τη ΣΣΕ Ακτοπλοΐας, επαναφορά των συνθέσεων με βάση το ΠΔ 177/74, θεσμοθέτηση των εξπρές δρομολογίων, διπλασιασμό στην αμοιβή για το γκαράζ) με κλιμάκωση της απεργιακής κινητοποίησης για τα Ε/Γ-Ο/Γ πλοία της Αδριατικής, καλώντας το προσωπικό όλων των ειδικοτήτων των πλοίων να σταθεί στο πλευρό των απεργών. Με τη λήψη αποφάσεων επαναλαμβανόμενης 24ωρης απεργίας, η κινητοποίηση συνεχίστηκε έως τις 25 Ιούνη, όταν οι εφοπλιστές κάτω από την πίεση μιας απεργίας που ακινητοποίησε τα πλοία της Αδριατικής για δέκα ημέρες αναγκάστηκαν να απαντήσουν και να έλθουν σε μια συμφωνία με την ΠΕΝΕΝ.

Η πραγματοποίηση της απεργίας συνάντησε απέναντί της, άμεσα, μια σωρεία δικαστικών απαγορεύσεων, την κρατική καταστολή και τους συνεχείς εκφοβισμούς και τις απειλές των εφοπλιστών και της κυβέρνησης. Η δικαστική εξουσία, σαν εντολοδόχος των επιδιώξεων της κυβέρνησης και των εφοπλιστών, εξέδωσε 8(!) ξεχωριστές αποφάσεις που κήρυξαν την απεργία «παράνομη» (οι 6 αφορούσαν 24ωρες απεργίες που κήρυξε η ΠΕΝΕΝ και οι δύο 24ωρες απεργίες που κήρυξε το Εργατικό Κέντρο Πάτρας). Παράλληλα τέθηκε σε λειτουργία ο κρατικός μηχανισμός καταστολής, με τη Λιμενική Αρχή της Πάτρας να περιπολεί με κλούβες, αυτοκίνητα και μηχανές εκεί που απεργούσαν οι ναυτεργάτες και να προβαίνει σε συλλήψεις 19 απεργών. Ωστόσο, χάρη στην αγωνιστικότητα των ναυτεργατών (οι 19 συλληφθέντες αρνήθηκαν να γίνουν απεργοσπάστες παρά την τρομοκρατία που δέχθηκαν) και χάρη στην εργατική και ευρύτερη συμπαράσταση που εκδηλώθηκε, ο απεργιακός αγώνας τους συνεχίστηκε. Παρά τη λιμενική και δικαστική τρομοκρατία. Παρά τις απειλές των εφοπλιστών προς τη ΠΕΝΕΝ πως θα ενεργοποιήσουν τον ποινικό κώδικα περί αστικών ευθυνών στα διαφυγόντα κέρδη τους. Παρά τις απειλές του υπουργείου Ναυτιλίας πως θα «προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες για να αποκατασταθεί η νομιμότητα και να αποφευχθεί η διατάραξη των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών στην Αδριατική».

Επαίσχυντο στήριγμα στις απεργοσπαστικές επιδιώξεις των εφοπλιστών και της κυβέρνησης στάθηκε η ηγεσία της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας (ΠΝΟ) που, με δημόσια «παρέμβαση» του Γενικού Γραμματέα της Διοίκησής της, «κατάγγειλε τον Πρόεδρο της ΠΕΝΕΝ ότι σε συνεργασία με τους εφοπλιστές, έστησε την υποτιθέμενη απεργία του στα υπό Ελληνική σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοία της Αδριατικής, στοχοποιώντας τις 500 θέσεις εργασίας Ελλήνων Ναυτεργατών σε αυτά τα πλοία», χαρακτήρισε την απεργία των ναυτεργατών ως «κακόγουστο έργο, σκηνοθετημένο από μερίδα του ΣΕΕΝ από κοινού με τον Πρόεδρο της Ένωσης Ναυτών» που «ρίχνει νερό στον μύλο των εφοπλιστικών σχεδιασμών» και κάλεσε τους ναυτεργάτες «να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικοί και να μην παρασύρονται από αυτού του είδους τους τυχοδιωκτισμούς». Εντελώς σιωπηλή έμεινε και η ηγεσία της ΓΣΕΕ που δεν έβγαλε ούτε καν μια ανακοίνωση στήριξης της απεργίας. Η απεργία των ναυτεργατών χρειάστηκε, έτσι, να ξεπεράσει και την εσωτερική υπονόμευσή της από τις φιλοεφοπλιστικές και τις υποταγμένες και συμβιβασμένες με την κυβερνητική πολιτική συνδικαλιστικές δυνάμεις.

Πέρα απ’ αυτό θα πρέπει να σημειωθεί και ποια ήταν η πραγματική στάση των δυνάμεων του ΠΑΜΕ κατά την διάρκεια της απεργίας, η οποία απέχει από αυτά που γράφονται, μετά το τέλος της, στο «Ριζοσπάστη». Η στάση αυτή αρχικά και μέχρι να γίνουν οι συλλήψεις των ναυτεργατών και να πάρει διαστάσεις η απεργία, διακρίνεται από το κράτημα μιας απόστασης απέναντί της και την αποφυγή να αναφέρει ποιος την διοργανώνει. Χαρακτηρίζεται, όμως, περισσότερο από το ότι τα δυο σωματεία που ελέγχει το ΠΑΜΕ στο ναυτικό συνδικαλιστικό κίνημα η Πανελλήνια Ένωση Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού (ΠΕΜΕΝ) και η Πανελλήνια Ένωση Κατώτερων Πληρωμάτων Μηχανής Εμπορικού Ναυτικού «Ο ΣΤΕΦΕΝΣΩΝ», δεν στάθηκαν στο πλάι του απεργιακού αγώνα της ΠΕΝΕΝ φτάνοντας ως το σημείο να μην έχουν συμμετοχή στην 24ωρη απεργία συμπαράστασης στον αγώνα των ναυτεργατών της ΠΕΝΕΝ (24 Ιούνη) που κήρυξε για όλα τα πληρώματα των πλοίων το Εργατικό Κέντρο της Πάτρας, που ελέγχεται από το ΠΑΜΕ!

Ο «Ριζοσπάστης» στην αρθρογραφία του μετά τη λήξη της απεργίας αποσιωπά αυτά τα γεγονότα, εξακολουθεί να αναφέρεται πολύ υποβαθμισμένα στο ρόλο της ΠΕΝΕΝ και καταβάλλει την προσπάθεια να προβάλει το Εργατικό Κέντρο της Πάτρας (που ελέγχει) ως εκείνο που έπαιξε «αποφασιστικό ρόλο» και «βγήκε μπροστά» στην απεργία των ναυτεργατών. Η προσπάθεια οικειοποίησης, εκ των υστέρων, του ρόλου του «πρωταγωνιστή» στη δεκαήμερη απεργία των ναυτεργατών δείχνει το ήθος των δυνάμεων του ΚΚΕ. Αλλά αποτελεί και μια συνειδητή παραπλάνηση για την πραγματική του πολιτικοσυνδικαλιστική συμπεριφορά τους, που κυμάνθηκε από «συγκράτηση» απέναντι σε μια αγωνιστική απεργιακή μάχη που οργάνωσε ένα συνδικάτο ναυτεργατών που δεν το ελέγχει και έφτασε μέχρι την αποχή δυνάμεων του, που ανήκουν στο ναυτικό συνδικαλιστικό κλάδο, από την απεργιακή συμπαράσταση στον αγώνα της ΠΕΝΕΝ.

Η μαχητική απεργία που έδωσαν οι ναυτεργάτες της ΠΕΝΕΝ δίνει χρήσιμα συμπεράσματα για τον αγώνα του εργατικού κινήματος:
Δείχνει την αποφασιστική σημασία που έχει η αγωνιστικότητα και η ενότητα των εργαζομένων αλλά και η εργατική και λαϊκή αλληλεγγύη στις μάχες που δίνουν για τα αιτήματά τους και τα προβλήματά τους και για να αντιμετωπίζουν την καταστολή και την τρομοκρατία.
Δείχνει πως ένας εργατικός αγώνας για να διεξαχθεί και να οργανωθεί αποτελεσματικά πρέπει να ορθώσει μέτωπο και να περιφρουρήσει τις γραμμές του από τις δυνάμεις στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος (όπως αυτές της ηγεσίας της ΠΝΟ και της ΓΣΕΕ) που είναι υποτακτικές και συμβιβαστικές απέναντι στην κυβερνητική πολιτική και την εργοδοσία.
Δείχνει, με βάση και τη στάση που τήρησε το ΠΑΜΕ, πως οι συνδικαλιστικές δυνάμεις που πρέπει να εμπιστευθούν και στηριχθούν οι εργάτες πρέπει να κρίνονται από τη συνεπή αγωνιστική πράξη τους στις μάχες που δίνουν και όχι απλά από «αγωνιστικά» λόγια και «ταξικούς» τίτλους. Από το αν συμβάλλουν ή όχι στην αγωνιστική συσπείρωση και αλληλεγγύη των εργαζομένων.
Δείχνει, τέλος, τη σημασία που έχει για την οργάνωση μαχητικών και αποτελεσματικών εργατικών αγώνων η ύπαρξη και η λειτουργία συνδικαλιστικής οργάνωσης με ένα εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων που κινείται σε μια ταξική αγωνιστική κατεύθυνση.

Σε κάθε περίπτωση η δεκαήμερη απεργία των ναυτεργατών αφήνει μια παρακαταθήκη που ενισχύει την πεποίθηση των εργαζόμενων πως με το το μαζικό-αποφασιστικό αγώνα τους μπορούν να προωθήσουν τα αιτήματά τους, να επιλύσουν προβλήματά τους και να έχουν κατακτήσεις, κόντρα στις αντιδραστικές, παραδομένες και συμβιβαστικές φωνές τού «δεν βγαίνει τίποτα» με τους μαζικούς αγώνες και τις απεργίες.