Το ζήτημα του κράτους αποτελεί κομβικό ζήτημα για τους κομμουνιστές. Από μόνο του υπήρξε η μήτρα ριζικών διαφωνιών και αντιπαραθέσεων από την εποχή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου και τον 19ο αιώνα.

Το σύγχρονο αστικό κράτος υπάρχει, με τη μία ή την άλλη μορφή, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας και όποιος δεν θέλει να δει αυτήν την πραγματικότητα απλώς εθελοτυφλεί ή «στρουθοκαμηλίζει».

Το κράτος, δηλαδή η οργανωμένη και βίαιη έκφραση της τάξης ή των τάξεων που νίκησε στην ιστορική διαδρομή, δεν στέκει πάνω από τις τάξεις σαν μυθικό ή θεϊκό κατασκεύασμα. Είναι το λάφυρο, το όπλο, το «βραβείο» που αποκτήθηκε ύστερα από μία ή πολλές βίαιες συγκρούσεις, από την τάξη που κέρδισε τον αστικό πόλεμο. Ιστορικά μιλώντας, το κράτος δεν υπήρχε πάντα. Άλλωστε εκτός από τη γέννα, το θάνατο, την ανάγκη επιβίωσης (πείνα, δίψα, ασφάλεια κλπ), που κληρονομήσαμε από τη φύση, όλα τα υπόλοιπα είναι εφευρέσεις, με τη λογοτεχνική έννοια, των ανθρώπων, των τάξεων, της ταξικής πάλης. Στην πρωτόγονη κοινωνία, που συμβατικά τη λέμε πρώτη κομμουνιστική κοινωνία, δεν υπήρχε κράτος. Οι πρώτοι άνθρωποι -τροφοσυλλέκτες και κυνηγοί- δεν είχαν πλεόνασμα αγαθών για να μοιράσουν και, όταν αυτό γινόταν στις φυλές, είχε το χαρακτήρα της ισοκατανομής.

Όταν η κοινωνία άρχισε να μοιράζεται σε χειρώνακτες και εξουσιαστές, υπήρξε η ανάγκη ενός γενικού εργαλείου στα χέρια των δεύτερων ώστε να διασφαλίζεται η κυριαρχία τους πάνω στους υπόλοιπους. Το κράτος απόκτησε στρατό, δύναμη, παντοειδή εξουσία. Ακόμα και στη δημοκρατική -για τα μέτρα του καιρού της- αρχαία Ελλάδα το κράτος απεικονίζεται μαζί με τη βία να σέρνει τον ανυπότακτο Προμηθέα στον Καύκασο, γιατί έδωσε τη φωτιά στους ανθρώπους.

Ταυτόχρονα, το κράτος ως όργανο των κυρίαρχων τάξεων πολλαπλασίασε τους μηχανισμούς επιβολής του (θρησκεία, ήθη, έθιμα) ώστε η υπακοή των δούλων και δουλοπάροικων να γίνεται εθελούσια ή με τις λιγότερες δυνατές αντιστάσεις. Η θρησκεία αποτέλεσε ένα βασικό μηχανισμό κρατικής εξουσίας και, σε πολλές χώρες, ο ανώτατος άρχοντας ήταν ταυτόχρονα και αρχηγός της πρωτεύουσας θρησκείας.

Στη σύγχρονη αστική εποχή το κράτος, ως μηχανισμός επιβολής και δύναμης της κυρίαρχης τάξης, αύξησε τις εξουσιαστικές και ιδεολογικές πλευρές του. Στρατός, υπουργεία, φόροι, τελωνεία, σχολεία, ΜΜΕ, θρησκεία, φυλακές, δικαστήρια κλπ, είναι μόνο λίγα από τον μακρύ κατάλογο των κρατικών λειτουργιών.

Απέναντι λοιπόν στο φαινόμενο του κράτους εμφανίστηκαν στην ιστορική πορεία της Αριστεράς τρεις βασικές αντιλήψεις. Η πρώτη είναι αυτή των κομμουνιστών με τη σπουδαία συνεισφορά του Λένιν που θεωρεί το κράτος ως τυπικό εργαλείο της άρχουσας τάξης, που δεν μεταρρυθμίζεται, δεν φτιασιδώνεται, δεν μετασχηματίζεται αλλά ανατρέπεται βίαια. Όπως απέδειξαν οι επαναστάσεις και η ιστορία. Η δεύτερη είναι αυτή των ρεβιζιονιστών αναθεωρητών ,που έχυσαν πολύ δάκρυ και μελάνι για να μας πείσουν ότι το αστικό κράτος μπορεί να αλλάξει προς τα μέσα, με μικρές βελτιώσεις και να χρησιμοποιηθεί σε όφελος της εργατικής τάξης και του λαού. Πιο ακραία, λακέδικη και φασαριόζικη έκφραση των παραπάνω ήταν ο λεγόμενος ευρωκομμουνισμός (Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία), που όμως κατέληξε στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, άσημος και ασήμαντος. Η τρίτη αντίληψη είναι αυτή των αναρχικών-αντεξουσιαστών, που βλέπουν το κράτος-εργαλείο ως τον βασικό και μοναδικό φορέα εκμετάλλευσης και κηρύσσουν το άλμα στην α-κρατική κοινωνία εδώ και τώρα. Αλλά αυτή η θεωρία όσο και αν γυάλιζε και συνάρπαζε -κυρίως στρώματα νεολαίας- δεν έχει ουδεμία επιστημονική και ιστορική βάση.

Σύμφωνα με τον επιστημονικό κομμουνισμό το κράτος θα «απονεκρωθεί», όταν εκλείψουν όλες οι αιτίες που το γέννησαν, το συντηρούν και το γιγάντωσαν.
Όταν φτάσουμε στο σημείο η κοινωνία να λαμβάνει από το καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του και να του αποδίδει σύμφωνα με τις ανάγκες του.
Και αυτό είναι ο κομμουνισμός.