Αν και αξιοπρεπής η απεργιακή συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε μπροστά από τα γραφεία της ΕΣΗΕΑ στις 5 Ιουνίου, και η απεργία που ακολούθησε στις 12 του Ιούνη, σίγουρα δεν είναι ικανές να λύσουν τα προβλήματα που μαστίζουν τον κλάδο.
Η πρόεδρος της Ένωσης, Μαρία Αντωνιάδου, πήρε τον λόγο χωρίς να ενημερώσει ουσιαστικά για την πορεία των συνομιλιών με τους εργοδοτικούς φορείς που είχαν προηγηθεί την προηγούμενη μέρα, αλλά εξήρε τη συμμετοχή στην απεργία που ως γνωστόν στέλνει στο πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ όσους δεν συμμορφώνονται, ωστόσο υπήρχαν και τέτοιοι.
Οι δύο απεργίες που αποφασίστηκαν και μάλιστα με κενό μίας εβδομάδας η πρώτη από τη δεύτερη σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αναγκάσουν τους καναλάρχες και τους ιδιοκτήτες των εντύπων και των ραδιοσταθμών να ικανοποιήσουν τα αιτήματα των εργαζομένων για Συλλογικές Συμβάσεις κλπ. Οι εργοδοτικές ενώσεις, χωρίς καν να επικαλούνται οικονομική δυσπραγία, απορρίπτουν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, εμμένουν στο πάγωμα των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας που διαρκεί τα τελευταία 17 χρόνια και συνεχίζουν την ομηρία των ατομικών συμβάσεων εργασίας που αναπαράγει τεράστιες μισθολογικές ανισότητες.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ανακοίνωση που εκδόθηκε μετά την πρώτη απεργία, η ΕΣΗΕΑ ανέφερε ότι «απαιτούν από τις Ενώσεις των εργοδοτών να εγκαταλείψουν την αδιαλλαξία αλλά και τα προσχήματα και να προσέλθουν με καλή πίστη και ουσιαστικές προτάσεις στη συλλογική διαπραγμάτευση», όταν πριν την απεργία ανέφερε ότι «η αδιαφορία των εργοδοτών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι πλέον εύρωστοι οικονομικά παράγοντες της χώρας είναι εκκωφαντική».
Είναι φανερό, ότι οι πλέον εύρωστοι οικονομικά παράγοντες της χώρας, που δεν εξαρτώνται οικονομικά από τις δραστηριότητές τους στα ΜΜΕ, αλλά από τις εφοπλιστικές και κατασκευαστικές τους δραστηριότητες, δεν πρόκειται να θορυβηθούν από δύο μεμονωμένες απεργίες, χωρίς συνέχεια, καθαρή στόχευση και δουλειά προετοιμασίας μέσα στους εργασιακούς χώρους, πράγματα που δεν κάνουν τα Σωματεία του Τύπου.












