Η πρόσφατη δολοφονική επίθεση κατά τουριστών στην περιοχή Παχαλγκάμ στο Τζαμού Κασμίρ (ινδική επαρχία με μουσουλμανική πλειοψηφία) από αυτονομιστές αντάρτες, με 26 νεκρούς και 17 τραυματίες, αποτέλεσε τη θρυαλλίδα νέων επικίνδυνων εξελίξεων, αναζωπύρωσης και απότομης κλιμάκωσης της έντασης μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν, φέρνοντας τις δύο πυρηνικές δυνάμεις στα πρόθυρα πολεμικής σύρραξης, με επίδικο τη διαφιλονικούμενη περιοχή του Κασμίρ.
Το πόσο εύθραυστες είναι οι ισορροπίες στην ευαίσθητη αυτή περιοχή, μαλακό υπογάστριο της Κίνας, μαρτυρούν οι τρεις προηγηθέντες ινδοπακιστανικοί πόλεμοι (1947, 1965 και 1999) με εκατόμβες νεκρών. Ιδιαίτερα στη συγκυρία όπου ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έχει μετατοπίσει «την εστίαση της στρατηγικής του στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού», η ενεργοποίηση της πυριτιδαποθήκης του Κασμίρ απειλεί να προκαλέσει συνθήκες ευρύτερης ανάφλεξης, εν μέσω κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών (με κύριο αυτόν μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας) για το ξαναμοίρασμα των παγκόσμιων αγορών και των ζωνών επιρροής. Λάδι στη φωτιά των γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων έριξε εξάλλου η απόφαση της ινδικής κυβέρνησης αφενός να χωρίσει διοικητικά το ινδικό Κασμίρ σε δύο τμήματα, το Τζαμού και το ορεινό χωριό Λάντακ. Το παραπάνω προκάλεσε τη δυσαρέσκεια της Κίνας που ερίζει με την Ινδία για μια παραμεθόριο περιοχή του Λάντακ. Αφετέρου τη φετινή χρονιά ο Μόντι αποφάσισε να άρει το καθεστώς αυτονομίας του Τζαμού Κασμίρ που ίσχυε από το 2019. Η Ινδία κατηγόρησε εξαρχής το Πακιστάν πως γνώριζε για την επίθεση των αυτονομιστών ανταρτών που δρουν «επίσημα» από το 1989 με στόχο την ανεξαρτησία ή την προσάρτηση όλου του Κασμίρ στο Πακιστάν. Ως μια πρώτη απάντηση λοιπόν, ο Μόντι ανακοίνωσε την αναστολή της στρατηγικής συνθήκης με το Πακιστάν για τους υδάτινους πόρους της λεκάνης του Ινδού ποταμού, το κλείσιμο του βασικού συνοριακού σταθμού με το γειτονικό Πακιστάν καθώς και μεγάλες περικοπές σε διπλωματικό προσωπικό. Η κρίσιμη συνθήκη υδάτων του Ινδού ποταμού (που από την υπογραφή της το 1960 δεν έχει παγώσει ποτέ, καθώς θεωρείται καθοριστική για την ύδρευση και την άρδευση όχι μόνο της επίμαχης διαφιλονικούμενης περιοχής, αλλά και ολόκληρου του Πακιστάν), σύμφωνα με την κυβέρνηση Μόντι αναστέλλεται με άμεση ισχύ, έως ότου το Πακιστάν αποκηρύξει αξιόπιστα και αμετάκλητα την υποστήριξή του στη διασυνοριακή τρομοκρατία (εκπρόσωπος ινδικού ΥΠΕΞ Μίσρι).
Το Πακιστάν απάντησε πως οποιοσδήποτε περιορισμός των δικαιωμάτων του στο νερό θα ισοδυναμούσε με κήρυξη πολέμου. Επανέφερε δε τις κατηγορίες για εκκαθαρίσεις και τρομοκρατία που υφίσταται ο λαός του Κασμίρ από τις ινδικές αρχές, επιμένοντας πως ο μουσουλμανικός πληθυσμός της περιοχής δέχεται έντονο εκφοβισμό από τις αρχές και οργανώσεις ινδουϊστών εθνικιστών, ειδικά μετά την αναστολή του ειδικού καθεστώτος που απολάμβανε από το 2019 μέχρι πρόσφατα το Τζαμού Κασμίρ. Η συγκεκριμένη ινδική επαρχία αποτελεί μήλον της έριδος μεταξύ των άμεσα εμπλεκόμενων μερών και της Κίνας, Ρωσίας και ΗΠΑ που έχουν ιδιαίτερα συμφέρωντα και επιδιώξεις στην περιοχή, καθώς ήδη τον περασμένο Δεκέμβρη η κυβέρνηση Μόντι επιβεβαίωσε την ύπαρξη σημαντικών κοιτασμάτων λιθίου και τιτανίου, κρίσιμων για την παρασκευή μπαταριών, οπλικών συστημάτων αλλά και για την αεροναυπηγική βιομηχανία. Το καθεστώς Μόντι ιεραρχεί ως προτεραιότητα τη μείωση της εξάρτησής του από το λίθιο που εισάγει από την Κίνα, καθώς σήμερα το 80% του λιθίου που χρησιμοποιεί είναι εισαγόμενο. Κατά τα λοιπά, η πακιστανική κυβέρνηση κατηγορεί το Νέο Δελχί για επεκτατισμό, αναφερόμενη μεταξύ άλλων και στο προνομιακό καθεστώς που απολαμβάνουν 83.472 Ινδοί για την αγορά γης και άλλων ακινήτων στο Κασμίρ τα τελευταία δύο χρόνια.
Ωστόσο και από την πλευρά της η ηγεσία του Ισλαμαμπάντ δε φείδεται αλυτρωτικών βλέψεων και συναφών εμπρηστικών δηλώσεων. Ήδη από τον περασμένο Φλεβάρη, ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων στρατηγός Μουνίρ, αναφερόμενος στο Κασμίρ που αποτελεί «κεντρική φλέβα της χώρας του», έσπευσε να υπενθυμίσει: «τρεις πόλεμοι έχουν γίνει για το Κασμίρ, και αν άλλοι δέκα χρειαστεί να γίνουν, θα τους δώσουμε με το θέλημα του Αλλάχ». Οι πολεμικές ιαχές εκτοξεύονται και από τις δύο πλευρές. Στις 25 Απρίλη, ο ινδικός στρατός κατέστρεψε με εκρηκτικά δύο σπίτια που ανήκαν στους συγγενείς των δραστών της επίθεσης στο Παχαλγκάμ με τον Μόντι σε μια επίδειξη σιδηράς πυγμής να δηλώνει χαρακτηριστικά: «η Ινδία θα κυνηγήσει, θα εντοπίσει και θα τιμωρήσει τους τρομοκράτες και αυτούς που τους στηρίζουν. Θα τους κυνηγήσουμε στην άκρη της γης». Έδωσε παράλληλα στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας του «την ελευθερία να επιλέξουν τους στόχους, τη στιγμή και τον τρόπο με τον οποίο θα απαντήσει η Ινδία».
Από την πλευρά του το Πακιστάν (που θυμίζει συνεχώς στους άσπονδους γείτονες την εμπλοκή του 2019, όταν και είχε αιχμαλωτίσει Ινδό πιλότο) πραγματοποίησε δεύτερη δοκιμαστική εκτόξευση πυραύλου. Τέλος, στη διελκυστίνδα των διπλωματικών πρωτοβουλιών εκτόνωσης της κρίσης, ο ΟΗΕ ζήτησε «την ειρηνική επίλυση και μέγιστη αυτοσυγκράτηση από τις δύο πλευρές». Ωστόσο, παρά τις εκκλήσεις εκδηλώνεται ήδη επικίνδυνη κλιμάκωση της σύγκρουσης. Ινδικοί πύραυλοι εκτοξεύτηκαν και έπληξαν πακιστανικό έδαφος, ενώ σαν «απάντηση» το Πακιστάν κατέρριψε τουλάχιστον δύο ινδικά μαχητικά αεροπλάνα. Οι στρατιωτικές συγκρούσεις συνεχίζονται, αναπαράγοντας τον κίνδυνο μιας γενικότερης ανάφλεξης ανάμεσα στις δύο αυτές πυρηνικές δυνάμεις, παρά τις συστάσεις και τις παρεμβάσεις Κίνας Ρωσίας, ΗΠΑ καθώς και της Βρετανίας που ζητούν «αυτοσυγκράτηση» και από τις δύο πλευρές.












