Σε ένα πολυπλόκαμο διπλωματικό σκηνικό, στο οποίο εμπλέκονται όλοι οι ισχυροί γεωπολιτικοί «παίκτες» που παρεμβαίνουν στη Μέση Ανατολή, συνεχίζονται οι διαδοχικές έμμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με επίκεντρο το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και με τις νέες «προειδοποιήσεις» του Τραμπ για επιθέσεις από ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν σε περίπτωση που δεν υπάρξει θετική κατάληξη. Μετά τις έμμεσες συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στις 12 Απρίλη μεταξύ του Αμερικανού ειδικού απεσταλμένου, Στιβ Γουίτκοφ, και του Ιρανού ΥΠΕΞ, Αμπάς Αραγτσί, στη Μουσκάτ με τη μεσολάβηση του Ομάν, ο δεύτερος γύρος διαπραγμάτευσης έγινε στις 19 Απρίλη στη Ρώμη.
Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνται με φόντο τις αντιφατικές δηλώσεις του Γουίτκοφ για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και τον εμπλουτισμό ουρανίου, τις συνεχιζόμενες κυρώσεις των ΗΠΑ έναντι του Ιράν και τη διατήρηση των ενισχυμένων αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων σε Αραβική Θάλασσα, όπου πλέει το αεροπλανοφόρο «USS Carl Vinson», και Ερυθρά Θάλασσα, όπου πλέει το αεροπλανοφόρο «USS Harry S. Truman». Σύμφωνα με όσα είπε ο Γουίτκοφ, η Τεχεράνη θα πρέπει «να σταματήσει και να εξαλείψει τον εμπλουτισμό» ουρανίου για να επιτύχει συμφωνία με την Ουάσιγκτον. Ο Ιρανός ΥΠΕΞ έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι «το δικαίωμα του Ιράν στον εμπλουτισμό ουρανίου δεν είναι διαπραγματεύσιμο».

Την ίδια ώρα, οι συνομιλίες πραγματοποιούνται υπό τη σκιά των συνεχιζόμενων απειλών από ΗΠΑ και Ισραήλ για επίθεση στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Χαρακτηριστικά, λίγο πριν την έναρξη του πρώτου γύρου διαπραγμάτευσης με το Ιράν στις 12 Απρίλη, ο Τραμπ απείλησε με επίθεση στο Ιράν αν δεν ευοδωθούν τα παζάρια λέγοντας: «Αν χρειάζεται στρατιωτική ισχύς, θα χρησιμοποιήσουμε στρατιωτική ισχύ. Το Ισραήλ προφανώς θα εμπλακεί».
Ενώ όμως προχωρούν οι διαπραγματεύσεις, ο Τραμπ εμφανίζεται να απορρίπτει το σχέδιο του Ισραηλινού πρωθυπουργού Νετανιάχου για ισραηλινές επιθέσεις σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Μάη, με την ενεργό υποστήριξη και καθοδήγηση των ΗΠΑ και την αμερικανική συμβολή στην απόκρουση πιθανών ιρανικών αντιποίνων. Το σχέδιο επίθεσης στο Ιράν υποτίθεται ότι θα καθυστερούσε για τουλάχιστον έναν χρόνο τα σχέδια του Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.

Παράλληλα με τις επαφές ΗΠΑ – Ιράν, παρατηρείται μία διπλωματική κινητικότητα που αφορά συνολικότερα τις εξελίξεις στην κρίσιμη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ο Σαουδάραβας υπουργός Άμυνας, πρίγκιπας Χαλίντ μπιν Σαλμάν, επισκέφτηκε την Τεχεράνη για επαφές με την ιρανική ηγεσία. Εστίασε στις διμερείς σχέσεις Ιράν και Σαουδικής Αραβίας, οι οποίες αποκαταστάθηκαν με μεσολάβηση της Κίνας το 2023 και ανέφερε ότι οι δύο χώρες «μπορούν να συμπληρώνουν η μία την άλλη».

Επιπλέον, ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ), Γκρόσι, πήγε στην Τεχεράνη για συνάντηση με τον Ιρανό ΥΠΕΞ Αραγτσί, «προειδοποιώντας» σε δηλώσεις του ότι το Ιράν δεν είναι μακριά από την απόκτηση πυρηνικού όπλου, πως οι διαπραγματεύσεις είναι «σε κρίσιμο στάδιο», προσθέτοντας: «Ξέρουμε ότι διαθέτουμε λίγο χρόνο, γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ, για να διευκολύνω τη διαδικασία». Υπενθυμίζεται πως και η Μόσχα «προειδοποιεί» ότι τυχόν επιθέσεις από ΗΠΑ ή Ισραήλ στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις θα ήταν «παράνομες» και «απαράδεκτες».

Στο κάδρο των επικίνδυνων σχεδιασμών των ΗΠΑ και του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή περιλαμβάνεται και η Υεμένη. Με τις ΗΠΑ να συνεχίζουν τις καθημερινές επιδρομές τους στη χώρα, επιχειρώντας να σταματήσουν τις επιθέσεις των Χούθι σε αμερικανικούς και ισραηλινούς στόχους στην Ερυθρά Θάλασσα ως αντίποινα για τις επιθέσεις του Ισραήλ στη Γάζα, στο παρασκήνιο εξυφαίνονται διάφορα σχέδια ακόμα και για χερσαία επίθεση. Το «Bloomberg» μετέδωσε ότι οι «φιλοδυτικές» δυνάμεις του Προέδρου της Υεμένης, Ρασάντ Αλ Αλίμι, που αντιτίθενται στους Χούθι, βρίσκονται σε συζητήσεις με την Ουάσιγκτον και Άραβες «συμμάχους» τους σχετικά με μια πιθανή χερσαία επίθεση. Προηγήθηκε στις 14 Απρίλη ανάλογο ρεπορτάζ της «Wall Street Journal», που αναφερόταν στο ενδεχόμενο διάφορες «φιλοδυτικές» φατρίες της Υεμένης να αξιοποιήσουν την αφορμή των αμερικανικών επιδρομών κατά των Χούθι για να ανακαταλάβουν περιοχές της βορειοδυτικής Υεμένης, έχοντας στο πλευρό τους αμερικανικές μισθοφορικές εταιρείες που συνεργάζονται με το Πεντάγωνο. Στο ίδιο ρεπορτάζ Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν «πρόθυμοι» να στηρίξουν τέτοιες δυνάμεις.

Την ίδια στιγμή το Ισραήλ συνεχίζει ανενόχλητο το ανελέητο σφυροκόπημα της Βόρειας και Νότιας Γάζας, εξολοθρεύοντας αμάχους σε, υποτίθεται, «ασφαλείς» περιοχές. Ολόκληρες οικογένειες έχουν ξεκληριστεί, αυξάνοντας τις δραματικές επιπτώσεις στους 2,3 εκατομμύρια Παλαιστίνιους αμάχους, που από τον Οκτώβριο του 2023 βιώνουν έναν ατέλειωτο εφιάλτη. Ο νεότερος συνολικός απολογισμός θυμάτων που ανακοίνωσε το υπουργείο Υγείας στη Γάζα αναφέρει τουλάχιστον 51.266 νεκρούς και πάνω από 116.991 τραυματίες.

Σε αυτό το κλίμα, ο ισραηλινός στρατός συνεχίζει να μετατρέπει σε όπλο την ανθρωπιστική βοήθεια, την οποία εμποδίζει από τις 2 Μαρτίου. Η πείνα θερίζει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, που αδυνατεί να εξασφαλίσει ακόμη και ένα πιάτο φαΐ τη μέρα. Τα μεγαλύτερα θύματα της πείνας είναι τα παιδιά και οι έφηβοι, που αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

Σε αυτό το φόντο, Αιγύπτιοι διαπραγματευτές παρουσίασαν σε αντιπροσωπείες Παλαιστινίων της Χαμάς και του Ισραήλ ένα νέο σχέδιο με στόχο τον τερματισμό του πολέμου και την απελευθέρωση ομήρων. Στέλεχος της Χαμάς ανέφερε πως η νέα φόρμουλα αφορά μία εκεχειρία διαρκείας μεταξύ 5 έως 7 ετών, απελευθέρωση όλων των Ισραηλινών ομήρων και Παλαιστινίων κρατουμένων, επίσημο τερματισμό του πολέμου και πλήρη αποχώρηση του ισραηλινού στρατού από τη Γάζα, την οποία αρνείται επίμονα ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου, που δήλωσε πως δεν θα τελειώσει τον πόλεμο προτού καταστραφεί εντελώς η Χαμάς και επιστρέψουν όλοι οι όμηροι. Απέκλεισε επίσης για άλλη μία φορά κάθε ρόλο της Παλαιστινιακής Αρχής για τη μεταπολεμική διακυβέρνηση της Λωρίδας της Γάζας. Στη δήλωσή του, επανέλαβε επίσης τη δέσμευσή του να αποτρέψει την απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν.