Σύμφωνα με τον Αρχαιολογικό Νόμο, ο οποίος επικαιροποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε το 2021, στην έννοια του «κινητού μνημείου» περιλαμβάνονται, εκτός από τα αρχαία, και «τα νεότερα πολιτιστικά αγαθά που ανάγονται στην περίοδο των εκάστοτε τελευταίων εκατό (100) ετών και χαρακτηρίζονται μνημεία λόγω της ιδιαίτερης κοινωνικής, τεχνικής, λαογραφικής, εθνολογικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής, αρχιτεκτονικής, βιομηχανικής ή επιστημονικής σημασίας τους».
Αυτό πρακτικώς σημαίνει ότι ένα αντικείμενο που χρονολογείται στα εκάστοτε τελευταία εκατό χρόνια (φέτος: από το 1925, του χρόνου: από το 1926, κοκ.), πχ το πρώτο κινητό τηλέφωνο που κυκλοφόρησε στην ελληνική αγορά, μπορεί μεν να μη διαθέτει το αρχαιολογικό βάρος ενός αρχαίου αμφορέα, ωστόσο, λόγω της ιδιαίτερης ιστορικής ή επιστημονικής ή άλλης σημασίας του, το κινητό τηλέφωνο εισέρχεται στο πεδίο ενδιαφέροντος του Αρχαιολογικού Νόμου.
Με δυο λόγια, για να αποφασίσει το ΥΠΠΟ ότι το πρώτο κινητό τηλέφωνο στη χώρα (κυκλοφόρησε το 1993) μάς ενδιαφέρει ως μνημείο, είτε θα πρέπει να περιγραφεί από την αρχαιολογική υπηρεσία το είδος του ενδιαφέροντος που προκαλείται από αυτό, είτε θα πρέπει όλοι μαζί να περιμένουμε μέχρι το έτος 2093, οπότε το κινητό τηλέφωνο θα έχει πια περάσει στην κατηγορία των αρχαίων ευρημάτων.
Ανάλογες είναι οι πρόνοιες του Αρχαιολογικού Νόμου και για τα σταθερά μνημεία.
Από τα τέλη του 2024 μέχρι και τον Μάρτιο του 2025 η αρχαιολογική σκαπάνη που διενεργούσε ανασκαφή έξω από το Επταπύργιο Θεσσαλονίκης αποκάλυψε πρώτα μία, έπειτα δεύτερη, μέχρι σήμερα έξι ομαδικές ταφές με 34 συνολικά νεκρούς. Τα κρανία κάποιων εξ αυτών, διατηρούσαν τα σημάδια των «χαριστικών βολών» που εφάρμοσαν πάνω τους οι εκτελεστές τους. Αρχαιολογικώς, δεν ήταν δύσκολη η σύνδεση των θυμάτων με τις φυλακές πολιτικών κρατουμένων του «Γεντί Κουλέ», και τις εκτελέσεις αγωνιστών στον περίγυρο του Επταπυργίου.
[Οι εκτελέσεις ξεκίνησαν με την είσοδο των Γερμανών στην πόλη της Θεσσαλονίκης το 1941, κορυφώθηκαν την περίοδο του εμφυλίου 1946-1949 και συνεχίστηκαν σε μεγάλους αριθμούς ως το 1951, για να σβήσουν μετά το 1955. Εκατοντάδες πολιτικοί κρατούμενοι καταδικάστηκαν σε θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες από το Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης και εκτελέστηκαν. Οι καταδίκες τους στηρίζονταν σε πολιτικά κριτήρια, οδηγώντας στην έκδοση χιλιάδων καταδικαστικών αποφάσεων με την κατηγορία της «απόπειρας διάδοσης ανατρεπτικών ιδεών». Μόνο στην περίοδο 1946-1949 πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή περί τις 400 εκτελέσεις κομμουνιστών και λαϊκών αγωνιστών. Ακόμη και μετά τον εμφύλιο, μέχρι τη μεταφορά τους στα Διαβατά, το 1989, οι φυλακές στο Επταπύργιο ήταν σταθερά ένας μαρτυρικός τόπος για τους έγκλειστους, με άγρια βασανιστήρια στους κρατούμενους την 7ετία των συνταγματαρχών, που φαίνεται ότι δεν σταμάτησαν μέχρι το 1987 οπότε οι φυλακές Επταπυργίου βρέθηκαν στο επίκεντρο πανελλήνιου ενδιαφέροντος ύστερα από εισαγγελικές και δημοσιογραφικές έρευνες οι οποίες διαπίστωναν κτηνώδη αντιμετώπιση κρατουμένων από σωφρονιστικούς υπαλλήλους, βιασμούς, κλπ.]
Ωστόσο το εύρημα των εκτελεσμένων (από την πρώτη στιγμή) δεν συγκίνησε την αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης (ναι, με την ίδια προϊσταμένη που εργάστηκε για τον τεμαχισμό αρχαιοτήτων στον σταθμό της Βενιζέλου) η οποία κληθείσα από τον δήμαρχο στο σημείο του ευρήματος αποφάνθηκε ότι οι σκελετοί δεν παρουσιάζουν αρχαιολογικό ενδιαφέρον.
Η ΕΦΑ Πόλης Θεσσαλονίκης έχει μάθει να εορτάζει στο Επταπύργιο της «Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς», υπηρετώντας τον σκοπό του θεσμού «να ευαισθητοποιήσει τους Ευρωπαίους πολίτες ως προς τον πλούτο και την πολιτιστική ποικιλομορφία της Ευρώπης, να αντιμετωπίσει τον ρατσισμό και την ξενοφοβία και να ενθαρρύνει τη μεγαλύτερη ανεκτικότητα τόσο στην Ευρώπη όσο και πέρα από τα σύνορα αυτής, να ενημερώσει το κοινό και τις αρχές για την ανάγκη προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς έναντι νέων απειλών καθώς και να καλέσει την Ευρώπη να ανταποκριθεί στις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει», αλλά η ίδια δεν έχει διδαχτεί κάτι για την ανάγκη προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Το θέμα έφτασε στη Βουλή. Μάλιστα βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ έκανε ερώτημα στην υπουργό Λ. Μενδωνη, καλώντας την να αναλάβει πρωτοβουλίες ανάδειξης της επώδυνης μνήμης του ιστορικού αυτού τόπου. Χωρίς να μένουμε περισσότερο σε στοιχεία της υποκρισίας του ΣΥΡΙΖΑ (θυμίζουμε την πρώτη ενέργεια του Τσίπρα ως Πρωθυπουργού, με κατάθεση στεφάνου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής), εμβληματικής ειλικρίνειας και ευθύτητας υπήρξε ωστόσο η απάντηση της υπουργού: «Δεν εντοπίστηκαν νεότερα στρώματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος παρά μόνο ομαδικοί τάφοι με 34 νεκρούς, οι οποίοι ανήκουν σε ταφές νεοτέρων χρόνων (20ού αι.) και ως εκ τούτου δεν συνιστούν αρχαιολογικό εύρημα».
Πάντως, την ίδια ώρα που η υπουργός δεν διαπιστώνει το παραμικρό ιστορικό ενδιαφέρον στο εύρημα των εκτελεσμένων του Επταπυργίου, φαίνεται ωστόσο να ενθουσιάζεται με την ιστορία των βασιλικών ανακτόρων και κτημάτων στο Τατόι. Αυτή τη στιγμή το ΥΠΠΟ διαχειρίζεται (ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά) 58.000.000 ευρώ για (όχι ένα, ούτε δύο, αλλά) 14 έργα ανάδειξης της πρόσφατης βασιλικής μας ιστορίας, ενεργοποιώντας προς την κατεύθυνση αυτή το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, και εμπλέκοντας (όχι μία, ούτε δύο αλλά) τουλάχιστον 5 Διευθύνσεις και Υπηρεσίες, όπως τη Διεύθυνση Προστασίας και Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων, την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Αττικής, Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και Κυκλάδων, τη Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, τη Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεωτέρων Μνημείων, καθώς και τη Διεύθυνση Διαχείρισης Εθνικού Αρχείου Μνημείων.
Υπομονή! φαίνεται να λέει η υπουργός, μελετώντας τις φωτογραφίες των Βασιλέων στο Τατόι. Σε 20 χρονάκια αγκαλιάζουμε το 2046, και το εύρημα των εκτελεσμένων του εμφυλίου, συμπληρώνοντας έναν αιώνα ζωής, θα εισέλθει -θέλουμε δε θέλουμε- στο πεδίο ενδιαφέροντος του υπουργείου Πολιτισμού. Τότε, θα ασχοληθούμε.












