Η κρίση στα αστικά κόμματα της αντιπολίτευσης, στο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, που και οι δύο φιλοδοξούν να γίνουν οι επόμενοι κυβερνητικοί διαχειριστές, δείχνει προς το παρόν αξεπέραστη. Όσο κι αν πασχίζουν οι δύο διεκδικητές, αδυνατούν να εισπράξουν έστω και μερίδιο από την κυβερνητική φθορά. Η γενικευμένη κατακραυγή του λαού για την σκληρή αντιλαϊκή πολιτική που βιώνει, από την ακρίβεια ως το πρωτοφανές όργιο συγκάλυψης του εγκλήματος των Τεμπών, δείχνει να μην κατευθύνεται προς καμία από τις δύο βασικές συνιστώσες του λεγόμενου κεντροαριστερού χώρου.

Αντίθετα το αρχηγικό και προσωποπαγές κόμμα της Ζωής Κωνσταντοπούλου, η Πλεύση Ελευθερίας, ένα μόρφωμα που εμφανίστηκε σαν διάττοντας αστέρας στο πολιτικό σκηνικό, όπως τόσα άλλα που εμφανίστηκαν σαν σωσίβια του αστικού πολιτικού συστήματος και εξαφανίστηκαν, παρουσιάζεται με φουσκωμένα τα πανιά της, σε δημοσκοπικό -τουλάχιστον- επίπεδο. Πουλώντας δήθεν αντισυστημισμό και μπόλικη δημαγωγία επιχειρεί να εισπράξει ό,τι μπορεί από την πλατιά λαϊκή οργή που ξεχειλίζει εξ αιτίας της σκληρής δεξιάς και νεοφιλελεύθερης κυβερνητικής πολιτικής.

Στο ΠΑΣΟΚ, το οποίο θυμίζουμε ότι ανήλθε σε αξιωματική αντιπολίτευση λόγω της εσωκομματικής κρίσης του ΣΥΡΙΖΑ και των πολλαπλών διασπάσεών του, η εσωκομματική περιδίνηση μεγαλώνει διαρκώς. Το πρό­σφατο περιστατικό με τη διαγραφή της Μπατζελή αλλά και οι αναταράξεις που προκάλεσε είναι αποκαλυπτικά της κατάστασης που επικρατεί στο εσωτερικό του. Η ανακοίνωση της διαγραφής αποτέλεσε καταλύτη. Οι βολές από εσωκομματικούς αντιπάλους του Ανδρουλάκη, όπως ο Δούκας και ο Γερουλάνος, που αποτέλεσαν άλλωστε και τους βασικούς διεκδικητές της αρχηγίας του ΠΑΣΟΚ, δίνουν και παίρνουν. Η διαγραφή της Μπατζελή αποτέλεσε την αφορμή για να ασκήσουν σκληρή κριτική στην πορεία που έχει χαράξει η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Μια πολιτική που, εμφανιζόμενη ως δήθεν «υπεύθυνη αντιπολίτευση», κρατά χαμηλούς τόνους και επί της ουσίας ανέχεται την πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ. Οι προσπάθειες της ηγετικής του ομάδας να παρουσιάσουν ένα τάχα εναλλακτικό και κοστολογημένο κυβερνητικό πρόγραμμα, δηλαδή μια πολιτική που είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα που υπαγορεύουν τα ντόπια και ξένα αφεντικά, αδυνατεί να πείσει ότι μπορεί να προσφέρει λύση στα ζωτικά προβλήματα του λαού. Και όχι άδικα, αφού επί της ουσίας το πρόγραμμα και οι θέσεις του ΠΑΣΟΚ σε όλα τα κομβικά σημεία, από τους μισθούς και τις συντάξεις, ως τις ιδιωτικοποιήσεις και τις εξοπλιστικές κούρσες, μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό με την πολιτική της ΝΔ.

Στο δεύτερο πόλο της κεντροαριστεράς, η πολιτική κρίση μοιάζει αξεπέραστη και ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται κυριολεκτικά σε ελεύθερη πτώση. Η ηγετική ομάδα του επένδυσε σχεδόν αποκλειστικά στη γραμμή της «ενότητας των προοδευτικών δυνάμεων», απευθυνόμενη τόσο προς το ΠΑΣΟΚ όσο και προς την Νέα Αριστερά (ΝεΑΡ), και βρίσκεται τώρα μπροστά σε κλειστές πόρτες. Η πολιτική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την «ενότητα», που μάλιστα θα αποτελέσει το αντίπαλο δέος στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, αποτελεί μία ακόμα πιο δεξιά εκδοχή των παλιότερων ξοφλημένων κηρυγμάτων «ενότητας της αριστεράς». Η επιδίωξη του ΣΥΡΙΖΑ να αποτελέσει ρυθμιστή των εξελίξεων στην αναμόρφωση του κεντροαριστερού χώρου αφομοιώνοντας τη ΝεΑΡ, ώστε να ανακτήσει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και να μεγιστοποιήσει έτσι την πίεση για συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, όλα αυτά φαίνεται ότι οδηγούνται σε αδιέξοδο. Τα κηρύγματα της ενότητας των «αριστερών και δημοκρατικών δυνάμεων» με τα οποία επιχειρεί να εγκλωβίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια και ένα πλατύ δημοκρατικό ακροατήριο αποδεικνύονται ότι είναι κούφια δημαγωγία και δεν μπορούν να πείσουν. Καταβυθίζουν έτσι το ΣΥΡΙΖΑ ακόμα περισσότερο.
Μπορεί οι πιέσεις αυτές και οι εκβιασμοί να μην βρίσκουν πλέον πρόσφορο έδαφος στον αριστερό και δημοκρατικό κόσμο, ο οποίος έχει ανεξίτηλες τις μνήμες από την ασύστολη δημαγωγία του ΣΥΡΙΖΑ στη μνημονιακή περίοδο, αλλά έχουν κάνει μύλο το εσωτερικό της ΝεΑΡ. Από τη μια μεριά ο Χαρίτσης τάσσεται ανοιχτά υπέρ της συγκόλλησης με το ΣΥΡΙΖΑ και όχι μόνο, κάνοντας λόγο για ένα νέο «Λαϊκό Μέτωπο», με σαφείς αναφορές στη Γαλλία. Από την άλλη μεριά ο Σακελλαρίδης, γραμματέας της ΝεΑΡ, δεν φαίνεται να συναινεί σε μια τέτοια προοπτική, ενώ ο Τσακαλώτος που μπήκε σαν σφήνα στο ρήγμα αυτό, επιχειρεί να βάλει στο παζάρεμα και άλλες δυνάμεις, όπως το ΠΑΣΟΚ. Μπορεί τελικά η θέση της Κεντρικής Επιτροπής που υπερψηφίστηκε πρό­σφατα, να αποκλείει τα σενάρια συνεργασίας ή ακόμα και συνένωσης με το ΣΥΡΙΖΑ, όμως η πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής ομάδας τάχθηκε, αμέσως μετά, υπέρ μιας τέτοιας προοπτικής βαθαίνοντας το ρήγμα στο εσωτερικό της ΝεΑΡ.

Όλες αυτές οι εξελίξεις συντελούνται στα κόμματα της (αστικής) αντιπολίτευσης την ώρα που η κυβέρνηση της ΝΔ συνεχίζει να ταρακουνιέται από το μεγαλειώδες παλλαϊκό συλλαλητήριο στις 28 Φλεβάρη. ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΝεΑΡ, είναι βουτηγμένοι στα αδιέξοδα της πολιτικής τους ανίκανοι να ορθώσουν ανάστημα απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ, ακόμα και σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Σε αυτό το φόντο των εξελίξεων το προσωποπαγές – αρχηγικό κόμμα της Ζωής Κωνσταντοπούλου, η Πλεύση Ελευθερίας, βλέπει τα δημοσκοπικά ποσοστά του να φουσκώνουν. Ένα κόμμα που εμφανίστηκε σαν διάττοντας αστέρας, στα απόνερα της πολιτικής κρίσης, ώστε να προσφέρει σωσίβιο στο αστικό πολιτικό σύστημα, βλέποντας τώρα τη γενικευμένη φθορά της κυβέρνησης αλλά και το αδιέξοδο των ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθεί με τη σειρά του να εγκλωβίσει τη λαϊκή οργή στις φτερούγες ενός κούφιου «αντισυστημισμού» τον οποίο πλασάρει ανέξοδα. Προεξοφλώντας με έπαρση τις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις, η Κωνσταντοπούλου ανακοίνωσε ότι ετοιμάζει κυβερνητικό πρόγραμμα, ράβει κοστούμια και ετοιμάζεται να αναλάβει όλα τα πόστα ακόμα και τη θέση της επόμενης πρωθυπουργού! Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας και τη στήριξη που πρόσφερε στην κυβέρνηση στο θέμα της ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης με τα κακόφημα «ωνάσεια σχολεία», τις δηλώσεις της Κωνσταντοπούλου περί «δογματισμού» στο ζήτημα του διαχωρισμού των ιδιωτικών από τα δημόσια πανεπιστήμια αλλά και τις ψευτοδημοκρατικές τις ευαισθησίες όταν το 2013 αρνήθηκε να ψηφίσει την άρση της κρατικής χρηματοδότησης αλλά και της ασυλίας των βουλευτών της φασιστικής και εγκληματικής συμμορίας της ΧΑ, τότε τα συμπεράσματα βγαίνουν αβίαστα σχετικά με την πολιτική που πρόκειται να χαράξει και να υπηρετήσει. Αν και κατά πόσο τέτοιου χαρακτήρα δυνάμεις θα υπηρετήσουν τα συμφέροντα του λαού ή της ντόπιας ολιγαρχίας.

Η 28η Φλεβάρη αλλά και οι εξελίξεις αυτές υπογραμμίζουν εμφατικά πως ο λαϊκός παράγοντας μπορεί να αποτελέσει τη μοναδική πραγματική αντιπολίτευση απέναντι στην κυβερνητική πολιτική που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της. Μόνο ο λαός με την οργανωμένη πάλη με τον ανυποχώρητο μαζικό εξωκοινοβουλευτικό αγώνα μπορεί να βάλει φραγμό και να ανατρέψει την πολιτική της φτώχειας, της ακρίβειας, των ιδιωτικοποιήσεων.