Οι απεργιακές κινητοποιήσεις της 9ης Απρίλη, ενώ υπήρχαν σημαντικές προϋποθέσεις να αποτελέσουν αγωνιστική συνέχεια και βήμα κλιμάκωσης της μεγαλειώδους συγκέντρωσης της 28ης Φλεβάρη, αλλά και της 26ης Γενάρη, εντούτοις δε συγκέντρωσαν παρά μερικές δεκάδες χιλιάδες σε όλη τη χώρα, καλλιεργώντας εκ των πραγμάτων ένα κλίμα ηττοπάθειας και απογοήτευσης. Οι αιτίες για τη χαμηλή προσέλευση του κόσμου στην απεργία της 9ης Απρίλη δεν πρέπει να αναζητηθούν σε εξωγενείς παράγοντες, ούτε μπορεί απ’ τη μια μέρα στην άλλη -μέσα σε διάστημα ενάμιση μήνα- οι συγκλονιστικές, ενιαίες, γεμάτες παλμό και μαζικότητα συγκεντρώσεις σε όλη τη χώρα να έδωσαν τη θέση τους σε συγκεντρώσεις άμαζες, άνευρες και κατακερματισμένες επειδή ο κόσμος «δεν τραβάει», όπως μονότονα διακήρυτταν μια σειρά δυνάμεις, ακόμη και με αναφορά στην αριστερά.
Τελικά ο κόσμος «τραβάει»;
Αν κάτι απέδειξαν οι συγκεντρώσεις των Τεμπών είναι ακριβώς το αντίθετο. Ότι ο κόσμος όχι μόνο «τραβάει», αλλά μπορεί κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις να έρθει μαζικά στο προσκήνιο, επηρεάζοντας σοβαρά τις πολιτικές εξελίξεις. Έχουμε γράψει επανειλημμένα πως «καμία πολιτική τάξη και σταθερότητα δεν μπορεί να στηριχτεί πάνω στα ερείπια των κοινωνικών, εργασιακών και δημοκρατικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων των εργαζομένων και της νεολαίας». Στη βάση αυτή, η συγκάλυψη του εγκλήματος στα Τέμπη αποτέλεσε την κορυφή του παγόβουνου μιας ολόκληρης αντιλαϊκής πολιτικής κάτω από την οποία ο λαός «δεν μπορεί να αναπνεύσει» και η συσσωρευμένη λαϊκή οργή και αγανάκτηση δεν μπορούν παρά να αναζητήσουν αγωνιστική διέξοδο.
Αναμφίβολα, η μαζική κάθοδος εκατοντάδων χιλιάδων λαού και νεολαίας στις 28 Φλεβάρη έγινε κατά βάση αυθόρμητα, ύστερα από το κάλεσμα του συλλόγου συγγενών των θυμάτων, ο οποίος ενστικτωδώς και με ακλόνητη θέληση έκανε ό,τι θα έπρεπε να έχουν κάνει οι δυνάμεις του συνδικαλιστικού και αριστερού κινήματος. Ωστόσο, η αυθόρμητη κίνηση του κόσμου συναντήθηκε με την οργανωμένη πάλη, εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι απέργησαν -πολλοί απ’ αυτούς για πρώτη φορά- και ταυτόχρονα στις μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη δεν κυριάρχησε το απολιτίκ, αντικομματικό και αντιοργανωτικό στοιχείο αλλά, αντίθετα, ο αγώνας ενάντια στη συγκάλυψη του εγκλήματος πήρε αντικυβερνητικά πολιτικά χαρακτηριστικά, θέτοντας στο στόχαστρό του τη συνολικότερη αντιλαϊκή πολιτική.
Στις συνθήκες αυτές, το καθήκον των συνδικαλιστικών ηγεσιών και κάθε πολιτικής δύναμης με αναφορά στην αριστερά πρέπει να είναι η συνέχιση του αγώνα, το μπόλιασμά του με έναν πραγματικά αγωνιστικό προσανατολισμό. Για το λόγο αυτό, η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις συγκεντρώσεις της 28ης Φλεβάρη και της 9ης Απρίλη οφείλεται πρώτα απ’ όλα σε όλα όσα έκαναν ή δεν έκαναν οι δυνάμεις που κυριαρχούν στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Στα συμπεράσματα που έβγαλαν ή μάλλον δεν έβγαλαν από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις που έχουν λάβει χώρα στον τόπο μας τις τελευταίες δεκαετίες.
Ηγεσίες ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ: Σταθερά μακριά από τις ανάγκες των εργαζομένων
Οι ευθύνες γι’ αυτό πρέπει πρώτα απ’ όλα να αναζητηθούν στις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις που ηγούνται στο συνδικαλιστικό κίνημα. Στην ηγεσία της ΓΣΕΕ, η οποία, ενώ υπήρχε ήδη το κάλεσμα του Συλλόγου των συγγενών θυμάτων του εγκλήματος στα Τέμπη για τις 28 Φλεβάρη, προσανατολίστηκε από τις αρχές του ίδιου μήνα στην προκήρυξη μιας απεργίας δύο μήνες μετά. Και αφού υποχρεώθηκε -για να μη βρεθεί σε πλήρη ανυποληψία- να καλέσει σε απεργία στις 28/2, στη συνέχεια ακολούθησε το γνωστό τροπάριο. Καμία απεργιακή κινητοποίηση, κανένα συλλαλητήριο δεν ένιωσε την ανάγκη να καλέσει μέχρι τις 9 Απρίλη η ηγεσία της ΓΣΕΕ για να δώσει συνέχεια και προοπτική στον αγώνα.
Ακόμη και η ίδια η προπαγάνδιση της απεργίας, η ενημέρωση στους χώρους δουλειάς έγινε το τελευταίο δεκαήμερο, με τις ίδιες δυνάμεις στη συντριπτική πλειοψηφία των σωματείων, μπροστά στην ανάγκη να πραγματοποιηθούν συνελεύσεις και να συζητήσουν οι εργαζόμενοι, να σφυρίζουν προκλητικά αδιάφορα. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο, οι ηγεσίες των δύο μεγαλύτερων συνομοσπονδιών της χώρας (αφού η ΑΔΕΔΥ πιέστηκε και προκήρυξε τελικά απεργία για τις 9/4) να καλούν σε δύο διαφορετικές απεργιακές συγκεντρώσεις, μία στο Σύνταγμα και μία στην πλατεία Κλαυθμώνος! Το ίδιο είχαν κάνει και στην απεργία της 20ής Νοέμβρη, στήνοντας δύο διαφορετικές εξέδρες, τη μία απέναντι από την άλλη, στην πλατεία Κλαυθμώνος και Κοραή αντίστοιχα.
Και εκτός των άλλων, αντί να απευθυνθούν στον Σύλλογο συγγενών για να καλέσει και αυτός στις 9 Απρίλη, για να πάρει η απεργία ακόμη μεγαλύτερο παλλαϊκό και πανεργατικό χαρακτήρα, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες επέλεξαν να γυρίσουν την πλάτη σε έναν σύλλογο που συσπείρωσε εκατομμύρια λαού στις 28/2 και τις 26/1. Όχι για να υποκαταστήσει τα συνδικάτα, αλλά για να δώσει πιο πλατιά και ενωτικά χαρακτηριστικά στις απεργιακές συγκεντρώσεις. Όχι για να αφορά η απεργία μόνο τον αγώνα ενάντια στη συγκάλυψη του εγκλήματος στα Τέμπη, αλλά για να συνδεθεί ο αγώνας αυτός με την πάλη για αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις, ενάντια στην πολιτική της ακρίβειας, της φτώχειας, της ανεργίας και των ιδιωτικοποιήσεων.
Για τις ευθύνες της ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ
Τα ίδια έπραξε με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο η ηγεσία του ΠΑΜΕ. Μετά από τρία αλλοπρόσαλλα καλέσματα συλλαλητηρίων τη βδομάδα μετά τις 28 Φλεβάρη που λειτούργησαν εντελώς διασπαστικά, ο αγώνας συνεχίστηκε με τις γνωστές «πολύμορφες δράσεις». Όπως κάνει σε κάθε αγώνα που δεν ελέγχει, έτσι και τώρα, η ηγεσία του Περισσού έκλεισε τις κινητοποιήσεις, παραπέμποντας στην απεργία της 9ης Απρίλη, χωρίς ωστόσο να πράττει διαφορετικά από τις κατά τ’ άλλα «ξεπουλημένες» ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Ακόμη και σε μια σειρά σωματείων που το ΠΑΜΕ έχει πλειοψηφία και αυτοδυναμία, δεν καλέστηκαν συνελεύσεις εν όψει της απεργίας. Και ενώ παρίστανε τον κήρυκα της «ενότητας», ενώ στις 28 Φλεβάρη κάλεσε στις ίδιες ενιαίες συγκεντρώσεις, έξω από τη διασπαστική και διαιρετική του πολιτική (και όπου πήγε να καλέσει ξεχωριστά, υποχρεώθηκε κάτω από την πίεση του κόσμου να καλέσει σε ενιαίες συγκεντρώσεις -όπως στην Πάτρα), στις 9 Απρίλη επανήλθε στο γνωστό του τροπάριο, πραγματοποιώντας ξεχωριστά και διασπαστικά καλέσματα των «ταξικών» -υποτίθεται- σωματείων που ελέγχουν οι δυνάμεις του.
Οι διασπαστικές συγκεντρώσεις και τα ρεφορμιστικά αποπροσανατολιστικά αιτήματα
Την ίδια διαιρετική πολιτική ακολούθησαν και μια σειρά δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και του αναρχικού χώρου, διασπώντας περαιτέρω το κίνημα και τους ενιαίους αγώνες. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά πως στην Αθήνα υπήρχαν τουλάχιστον πέντε διαφορετικά καλέσματα, γεγονός που λειτούργησε εντελώς διαλυτικά όχι μόνο τη μέρα της απεργίας, αλλά και όλο το προηγούμενο διάστημα.
Αν οι ενιαίες συγκεντρώσεις αποτελούν την αναγκαία προϋπόθεση για τη διεξαγωγή ενός αγώνα, η συσπείρωση πάνω σε συγκεκριμένα αγωνιστικά αιτήματα, καθώς και ο ευρύτερος πολιτικός προσανατολισμός του, είναι εκείνα τα στοιχεία που εν τέλει θα κρίνουν την έκβασή του. Το αίτημα πάνω στο οποίο ενώθηκε μαζικά ο λαός στις συγκεντρώσεις της 28ης Φλεβάρη ήταν «Να μη συγκαλυφθεί το έγκλημα στα Τέμπη». Το αίτημα αυτό πράγματι συμπυκνώνει την πάλη ενάντια στην πολιτική του ξεπουλήματος των δημόσιων υποδομών και των ιδιωτικοποιήσεων που γεννά εγκλήματα, συμπυκνώνει τον αγώνα ενάντια στη συντονισμένη κυβερνητική επιχείρηση συγκάλυψης και την παλλαϊκή απαίτηση να τιμωρηθούν οι ένοχοι.
Όπως φάνηκε, όμως, από τις κατοπινές εξελίξεις, το αίτημα αυτό ήταν «λίγο» για τις δυνάμεις του ΚΚΕ και άλλων δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Γι’ αυτό και η προσπάθεια των δυνάμεων αυτών δεν ήταν να διευρύνουν την ενότητα του εργατικού-λαϊκού κινήματος, αλλά να διασπάσουν και να διαιρέσουν τη βάση αυτής της πλατιάς αγωνιστικής ενότητας σε πολιτικά πλαίσια ρεφορμιστικών αιτημάτων που, εκτός από τη διάσπαση που προκαλούν, λειτουργούν εκ των πραγμάτων αποπροσανατολιστικά, καλλιεργώντας εκλογικές και κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το ότι οι δυνάμεις της πραγματικής αριστεράς αντιπαρατίθενται με τα λαθεμένα και ρεφορμιστικά αιτήματα, αποτελεί βασικό συμπέρασμα όχι μόνο των κινητοποιήσεων αυτών, αλλά συνολικά των αγώνων του εργατολαϊκού κινήματος πως βάση αγωνιστικής συσπείρωσης της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας δεν μπορούν παρά να αποτελέσουν τα συγκεκριμένα εκείνα αιτήματα που δίνουν αγωνιστική και μαχητική διέξοδο στα προβλήματα των εργαζομένων και της νεολαίας.
Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που στις συνελεύσεις των σωματείων και των φοιτητικών συλλόγων το βασικό θέμα δεν ήταν η καλύτερη οργάνωση της απεργίας πάνω στη βάση των αγωνιστικών κεκτημένων της 28ης Φλεβάρη, αλλά αν το αίτημα «Κάτω η κυβέρνηση» και η επακόλουθη προκήρυξη εκλογών αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να μη συγκαλυφθεί το έγκλημα στα Τέμπη, όπως προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ, η Νέα Αριστερά, η Πλεύση Ελευθερίας και σέρνονται πίσω τους οι δυνάμεις της ρεφορμιστικής εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, μεταφέροντας μια κοινοβουλευτική αντιπαράθεση για τους όρους διαχείρισης της ίδιας πολιτικής μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Αν το αίτημα των κρατικοποιήσεων (με εργατικό έλεγχο ή με αποφασιστικό ρόλο των σωματείων) μέσα στα πλαίσια της αστικής και ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας απαντάει ουσιαστικά στην πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, όπως τονίζουν οι δυνάμεις του ΜέΡΑ 25, της ΛΑΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κλπ ή αν απέναντι σ’ αυτήν η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο αν «μπουν στην υπηρεσία του λαού τα οικονομικά εργαλεία», δηλαδή στον σοσιαλισμό, όπου παραπέμπει η ηγεσία του ΚΚΕ τη λύση όλων των λαϊκών προβλημάτων.
Πέρα όμως, από τα ενιαία μαζικά συλλαλητήρια που μετατράπηκαν σε κατακερματισμένες, διασπαστικές και άμαζες συγκεντρώσεις, πέρα από το ενωτικό αίτημα «Όχι στη συγκάλυψη» που μετατράπηκε σε διαιρετικά πολιτικά «πλαίσια» κατεβατών ρεφορμιστικών αιτημάτων και εγκλωβισμού του αγώνα σε κοινοβουλευτικά και εκλογικά αδιέξοδα, βρίσκεται και το πραγματικό πρόβλημα. Όλα αυτά αποτελούν, επί της ουσίας, τη βαθιά παραδοχή των ρεβιζιονιστικών και ρεφορμιστικών δυνάμεων πως ο λαός δεν έχει τη δύναμη να καθορίσει ουσιαστικά τις εξελίξεις. Τη βαθιά ηττοπαθή λογική που βρίσκεται στον ιδεολογικοπολιτικό πυρήνα όλων αυτών των δυνάμεων, την έλλειψη πίστης στους λαϊκούς αγώνες που τις διατρέχει από πάνω μέχρι κάτω και τις οδηγεί στην προβολή αιτημάτων που είτε παραπέμπουν κάθε αγώνα στο «σοσιαλιστικό αύριο», είτε τον εγκλωβίζουν σε εκλογικά παιχνίδια αλλαγής του διαχειριστή της αντιλαϊκής πολιτικής.
Ποια αριστερά έχει ανάγκη η εργατική τάξη και ο λαός
Κόντρα στους εκλογικούς και κοινοβουλευτικούς σχεδιασμούς των κομμάτων της αστικής αντιπολίτευσης και της ρεφορμιστικής αριστεράς, κόντρα στα ρεφορμιστικά αιτήματα, τις διασπαστικές συγκεντρώσεις και τον κατακερματισμό των αγώνων, το ζητούμενο για την πραγματική αριστερά είναι πώς θα δυναμώσει η κατεύθυνση του ανυποχώρητου αγώνα, πώς θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η αγωνιστική ενότητα του λαού και της νεολαίας, πώς ο αγώνας ενάντια στη συγκάλυψη του εγκλήματος στα Τέμπη θα συνδεθεί με τον αγώνα για αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις και για την ανατροπή της πολιτικής της ακρίβειας, της φτώχειας και των ιδιωτικοποιήσεων. Πώς, τελικά, ο αγώνας αυτός θα αποκτήσει το αναγκαίο πολιτικό βάθος που θα οδηγήσει τον λαό σε αποφασιστικές αναμετρήσεις με τον ιμπεριαλισμό και την εγχώρια πλουτοκρατία, για το συνολικό ξερίζωμα του συστήματος της διπλής κυριαρχίας των δυνάμεων αυτών και το ανέβασμα στην πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης και της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.












