O κινέζικος κινηματογραφικός δράκος ξυπνά

Tο 1937 γιαπωνέζικος στρατός εισβάλλει στην κινεζική πόλη Νανγκίν. Αφού ισοπέδωσε με βομβαρδιστικό την πόλη, κατέσφαξε στην κυριολεξία πάνω από 300.000 ανθρώπους, στην πλειονότητά τους άνδρες. Αργότερα, λεηλάτησε την πόλη, βίασε τις γυναίκες, σκότωσε παιδιά. Ήταν στην πραγματικότητα το πρώτο επεισόδιο που οδηγούσε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού μόνο ένα χρόνο αργότερα η Γερμανία επιτέθηκε στην Αυστρία και οι Ιταλοί του Μουσολίνι στην Αιθιοπία. Ήδη από το 1935 ο πρόεδρος Μάο προειδοποιούσε (Τα καθήκοντα του κινέζικου κομμουνιστικού κόμματος 3/5/1935):
«Oι Ιάπωνες ιμπεριαλιστές προετοιμάζονται να χτυπήσουν την καρδιά της Κίνας. Μαζί με τον Χίτλερ και το Μουσολίνι που προπαρασκευάζουν στη Δύση το ληστρικό πόλεμο, στην ανατολή η Ιαπωνία ετοιμάζεται να επιτεθεί στην Κίνα».
O πρόεδρος Μάο καλούσε σε ενιαίο εθνικό αντιγιαπωνέζικο μέτωπο, καυτηριάζοντας την εθνική ενδοτικότητα του Τσανγκ Κάι Σεκ και της κινέζικης αστικής τάξης.
Εβδομήντα χρόνια μετά την έναρξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου η Κίνα θυμάται κινηματογραφικά, αναστοχάζεται και δείχνει τα δόντια της σε κάθε κατεύθυνση.
Μετά το 1990 και την πτώση των ανατολικών καθεστώτων, το σινεμά σε Ρωσία-Κίνα πέρασε μια φάση αμηχανίας, που αντανακλούσε τις προτεραιότητες των νέων κυρίαρχων αστικών τάξεων.
Στην Κίνα, σε πρώτη φάση, η λογοτεχνία π.χ. κατάγγελνε την Πολιτιστική Επανάσταση (βλέπε το έργο «Oι τρεις κόρες της Κίνας»), ενώ ο κινηματογράφος, κυρίως μέσα από το βλέμμα του Ζαγκ Γιμού, κατέφευγε στην ανατολική εικόνα, στο ειδύλιο με τις ιστορικές εικόνες, χωρίς όμως «εθνικό νεύρο». Με το έργο του Λου Τσουάν και την κινέζικη οικονομία να οδηγεί τους παγκόσμιους καπιταλιστές, το τοπίο αλλάζει.
Με την «Πόλη της ζωής και του θανάτου» ο κινέζικος εθνικισμός που κρύβεται κάτω από τα σφυροδρέπανα, τον Μάο και τα κομμουνιστικά σήματα, στέλνει ευδιάκριτα προς πολλές κατευθύνσεις τα δικά του μηνύματα.
Σ' ένα έξοχο ασπρόμαυρο έργο καταδεικνύεται βαθιά, πειστικά, ρεαλιστικά όλη η ωμότητα και η θηριωδία ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου. Oι γιαπωνέζοι μιλιταριστές αφού καταλαμβάνουν την Νανγκίν, επιδίδονται σε όποια φρικαλεότητα μπορεί να φανταστεί κανείς, ξεπερνώντας σε θηριωδία ακόμα και τους ναζί. Μάλιστα ο σκηνοθέτης δείχνει ότι οι δυτικοί που βρίσκονται στην Νανγκίν, οι πόρνες, ακόμα και οι συνεργάτες των Γιαπωνέζων, στο τέλος στρέφονται ενάντιά τους. Από το φιλμ, αν εξαιρέσει κανείς ορισμένες φευγαλέες σκηνές, λείπει τελείως το κομμουνιστικό κόμμα, οι κομμουνιστές. Η σημερινή καπιταλιστική Κίνα, αφού ξεκαθάρισε με έργα, όπως το «Αντίο παλλακίδα μου» (Καίγκε) ή το «Σήκωσε τα κόκκινα φανάρια» (Ζαγκ Γιμού) την κομμουνιστική της ιστορία, σηκώνει τώρα την ιστορική της μνήμη απέναντι, καταρχήν, στο γιαπωνέζικο ιμπεριαλισμό.
Στο έργο συγκρούεται το κινέζικο λαϊκό φρόνημα με τη γιαπωνέζικη κτηνωδία, ο κινεζικός λαός με τους εισβολείς. Μοναδική εξαίρεση στους τελευταίους ένας λοχίας ο οποίος αυτοκτονεί σε μια κρίση συνείδησης, την ώρα που ένας Κινέζος αντάρτης και το παιδί του, ελευθερωμένοι, βαδίζουν ευτυχισμένοι.