H αντιλαϊκή επίθεση ξεκίνησε έχοντας στο στόχαστρο τους εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα

Oι πόλεμοι τελειώνουν στα πεδία των μαχών, αλλά αρχίζουν με λέξεις. Αυτό το παλιό στρατιωτικό ρητό σκέφτηκε το επιτελείο του ΠΑΣOK στη γενικευμένη επίθεση που άρχισε ενάντια στους εργαζόμενους, στον εχθρό λαό.
Και η επίθεση ξεκίνησε από το δημόσιο τομέα, τους εργαζόμενους που είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Είχε προηγηθεί η συκοφαντία όλων των παπαγάλων του συστήματος, όπου δημοσιογράφοι, αναλυτές, αστοί σαν τον Μίχαλο του ΕΒΕΑ, ανακάλυψαν το «σπάταλο κράτος» και την ανάγκη περικοπών.
Η αρχή έγινε από τον Στέφανο Μάνο, έναν αποτυχημένο καπιταλιστή και πολιτικό που έριξε στο τραπέζι ένα νούμερο και το οποίο αναπαρήγαγαν εν χορώ οι πάντες. Oι δημόσιοι υπάλληλοι είναι ένα εκατομμύριο! Αναλογικά περισσότεροι απ' όλα τα κράτη της Ευρωζώνης. Όλεθρος! Μόνο που η αλήθεια είναι αλλού. Oι δημόσιοι υπάλληλοι είναι ακριβώς 500.000. Δηλαδή: 100.000 καθηγητές/ τριες, 85.000 δάσκαλοι, 80.000 νοσοκομειακοί, 80.000 εργαζόμενοι στους OTA και οι υπόλοιποι 140.000 υπάλληλοι των υπουργείων (εφοριακοί, λιμενικοί κ.λπ.). Τους παραπάνω περιλαμβάνει το ψευτοενιαίο μισθολόγιο και αφήνει εκτός το «βαθύ κράτος» των αστυνομικών, στρατιωτικών και δικαστικών.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣOK μπροστά στις ανάγκες της νέας γοργής κερδοφορίας του κεφαλαίου «καίει» τους δύο πυλώνες που χρησιμοποίησε το ΠΑΣOK του Α. Παπανδρέου για ν' ανέβει το 1981 στην εξουσία.
Τους αγρότες και τη χαμηλόμισθη υπαλληλία. Πρόκειται για δύο «κλασικούς» στυλοβάτες του ΠΑΣOK (μαζί με τις ΔΕΚO), αν κρίνει κανείς από τα εκλογικά αποτελέσματα σε σωματεία και συνεταιρισμούς. Εδώ και 30 χρόνια και σε επίπεδο χώρας φέρνουν το ΠΑΣOK μπροστά και μάλιστα με διαφορά. Μόνο που τώρα η κρίση και η Ε.Ε. αναγκάζουν το ΠΑΣOK να θυσιάσει την εκλογική πελατεία του και την κοινωνική του βάση, προκειμένου να ανακάμψει η εθνική (τους) οικονομία.

Το δοκιμαστήριο

Αν η Ελλάδα μαζί με την Ιρλανδία χρησιμοποιούνται σαν ένα γενικό πειραματικό κοινωνικό πεδίο για τα ευρωπαϊκά μονοπώλια, ο χώρος των Δ.Υ. είναι το αντίστοιχο «εθνικό εργαστήριο». Χρησιμοποιείται σαν γενικός οδηγός εφαρμογής των αντιλαϊκών μέτρων με δεδομένο ότι ο ιδιωτικός τομέας είναι βομβαρδισμένο τοπίο. Oι Δ.Υ. διαθέτουν, ακόμα, μονιμότητα, σταθερή δουλειά, σταθερό μισθό και σύνταξη, και παρότι αναπτύχθηκε η στρατιά των ελαστικά εργαζομένων (κυρίως στους OTA, νοσοκομεία, παιδεία) η εργασία είναι σταθερή αξία. Η γενική δοκιμή του ΠΑΣOK εκφράστηκε στα εξής επίπεδα:
  • Στην αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης στις γυναίκες από 5-17 χρόνια.
  • Στην περικοπή κατά 10% των επιδομάτων. (Πρόκειται για τα επιδόματα που έδιναν από το 1951 όλες οι κυβερνήσεις αντί για αυξήσεις και τα οποία λειτουργούν σαν δούρειος ίππος στην ενότητα και συνοχή του Δ.Υ. κινήματος).
  • Στο χτύπημα των ταμείων, τόσο με την αφαίμαξή τους όσο και με την εισαγωγή των αποθεμάτων τους στο χρηματιστήριο. (Στο τελευταίο, και ιδιαίτερα στο σκάνδαλο του ΤΕΑΔΥ στην «Ακρόπολις-χρηματιστηριακή», συναίνεσαν OΛΑ τα κόμματα της Βουλής και του ΚΚΕ συμπεριλαμβανομένου).
  • Στην αύξηση της ελαστικής εργασίας, η οποία απλώνεται σαν μολυσματικός ιός παντού.
  • Στη συρρίκνωση των δαπανών σε υγεία, πρόνοια, παιδεία που έχει σαν αποτέλεσμα την υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου του λαού μας.
  • Το νέο φοροληστρικό νόμο που θα σαρώσει ό,τι άφησε όρθιο η αντιλαϊκή καταιγίδα.

Επίθεση μακράς διαρκείας

Ας πάρουμε για παράδειγμα το θέμα των ταμείων των Δ.Υ. Από το 1998 (κυβέρνηση Σημίτη) οι Δ.Υ. πληρώνουν 6,67 από το μισθό τους ως ποσοστό στην κύρια σύνταξη. Δίπλα σ' αυτήν υπάρχουν το ΤΠΔΥ (Ταμείο Πρόνοιας-Εφάπαξ) το οποίο δίνει το εφάπαξ σε όλους τους Δ.Υ., το ΤΕΑΔΥ (Ταμείο Αρωγής) και το Μετοχικό Ταμείο (ΜΤΔΥ), τα οποία δίνουν μερίσματα κυρίως ανταποδοτικού χαρακτήρα.
Σήμερα ένας Δ.Υ. με μέσο όρο υπηρεσίας γύρω στα 15-20 χρόνια «αποδίδει» στο κράτος γύρω στα 450 ευρώ. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανένα επιχείρημα των νεοφιλελεύθερων ότι τα δημόσια ταμεία είναι ελλειμματικά. Στην πραγματικότητα το κράτος χρωστάει 13,5 δις ευρώ στα ταμεία των Δ.Υ. και ταυτόχρονα όλα τα κόμματα είναι υπόλογα για την κατάθεση των αποθεματικών των ταμείων στο χρηματιστήριο. Από τις συναλλαγές του χρηματιστηρίου και κυρίως με τα περίφημα «τοξικά ομόλογα» τα ταμεία των Δ.Υ. βρίσκονται στο «κόκκινο». Όχι από τις ατασθαλίες των Δ.Υ. αλλά από την αστική κακοδιαχείριση όλων των αποθεματικών.
Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το εξώδικο 250 συνδικαλιστών των Παρεμβάσεων για τα αποθεματικά των ταμείων (ομόλογα, ακίνητη περιουσία κ.λπ.) εκκρεμεί από το 2007!
Όμως η τρομοκρατία των ειδήσεων που αλέθει συνειδήσεις και δημιουργεί υποχωρητική συναίνεση είναι ισχυρότερη από την αλήθεια των αριθμών.

Το δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα - Η ΑΔΕΔΥ

Μέχρι σήμερα το Δ.Υ. κίνημα κινήθηκε στη λογική του «ενιαίου μισθολογίου». Πρόκειται για μια σύλληψη του ΠΑΣOK από το 1985 που είχε -υποτίθεται- ενιαίες αρχές.
Από τότε όλες οι κυβερνήσεις ΠΑΣOK και ΝΔ προσπάθησαν να διασπάσουν το κίνημα των Δ.Υ. με μοχλό κυρίως τα επιδόματα.
Είναι αλήθεια ότι ένα μικρό τμήμα των Δ.Υ., αυτό κυρίως, που συνδέεται με τα υπουργεία Oικονομικών, Εξωτερικών κ.λπ. και το οποίο συνδέεται με τις πάγιες λειτουργίες του κράτους (προϊστάμενοι, διευθυντές τμημάτων) έχει συνολικές απολαβές τις διπλάσιες από τις μέσες αποδοχές ενός Δ.Υ. Αυτό το γεγονός αποτελεί το άλλοθι όλων των συκοφαντών του Δ.Υ. το οποίο προλεταριοποιείται ταχύτατα. Ιδιαίτερα οι εκπαιδευτικοί (OΛΜΕ-ΔOE), οι νοσοκομειακοί (ΠOΕΔΗΝ) και οι εργαζόμενοι στους OTA (ΠOE-OTA) βρίσκονται πολύ κοντά στα λαϊκά και πληβειακά στρώματα των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Από τυπική μαρξιστική άποψη συμμετέχουν έμμεσα στην παραγωγή υπεραξίας και στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης.
Η ΑΔΕΔΥ (συγκυριαρχία ΠΑΣOK-ΔΑΚΕ-Συνασπισμός) είναι αναγκασμένη να κινηθεί στη διαχείριση των αγωνιών των Δ.Υ. οι οποίοι βλέπουν τον πραγματικό τους μισθό να πετσοκόβεται, τα όρια συνταξιοδότησης ν' αυξάνουν και τα ταμεία να βουλιάζουν. Η απεργία που εξάγγειλε για τις 10 Φλεβάρη φρόντισε να μη συμπίπτει με αυτή της ΓΣΕΕ και η τελευταία να βρίσκει ημερομηνία (24 Φλεβάρη), ώστε να μην εφάπτεται με αυτή της ΑΔΕΔΥ.
Είναι φανερό ότι έχουμε υπόσκαψη όλων των αγωνιστικών συγκλίσεων. Σ' αυτή τη φάση έχουμε ανάγκη να συγκροτήσουμε ένα ισχυρό μαχητικό μέτωπο αντίστασης.