Tρόικα - κυβέρνηση - βιομήχανοι ακονίζουν ξανά τα μαχαίρια τους
Δημοσιεύτηκε στις: 22, Ιαν 2012
Διαβάστε επίσης:
Τελευταία άρθρα την ενότητα
» Ξανά για την κρίση του 1929-30
22 Ιαν 2012
» Tο «κούρεμα» του δημόσιου χρέους θα το διπλοπληρώσει ο λαός
22 Ιαν 2012
» Tα αντιλαϊκά μέτρα δεν έχουν τελειωμό
22 Ιαν 2012
» Σταχυολογώντας από τα κείμενα του «Oδηγητή»
22 Ιαν 2012
22 Ιαν 2012
» Aμέριστη στήριξη Σαμαρά στη σαρωτική επίθεση που έχει εξαπολύσει η κυβέρνηση Παπαδήμου
22 Ιαν 2012
22 Ιαν 2012
» Tρόικα - κυβέρνηση - βιομήχανοι ακονίζουν ξανά τα μαχαίρια τους
22 Ιαν 2012
22 Ιαν 2012
AΓPIO ΠETΣOKOMMA MIΣΘΩN KAI ΣYNTAΞEΩN
Zωτική ανάγκη να πάρει η λαϊκή αντίσταση την πιο μαζική έκφραση για να αποκρουστεί η νέα αντεργατική επίθεση
Στα δύο χρόνια μνημονιακής πολιτικής που πέρασαν μπορεί οι επιθέσεις στους μισθούς να εστιάσθηκαν, στο όνομα του δημόσιου χρέους και της δημοσιονομικής εξυγίανσης, κυρίως στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, ωστόσο δεν είναι διόλου μικρό και το πλήγμα που έχουν δεχθεί οι μισθοί και τα μεροκάματα του ιδιωτικού τομέα από κυβερνητικά νομοθετήματα που έχουν προωθήσει την ακύρωση των κλαδικών ΣΣE και την εφαρμογή επιχειρησιακών συμβάσεων, την καθιέρωση αμοιβής των νέων στο 80% του κατώτερου μισθού, τη μείωση της αμοιβής των υπερωριών και άλλα μέτρα λεηλασίας του εργατικού εισοδήματος, τα οποία, ταυτόχρονα, πριμοδότησαν ένα καθεστώς άγριας εργοδοτικής εκμετάλλευσης και ασύδοτης καταπάτησης των ΣΣE και των εργασιακών σχέσεων στον ιδιωτικό τομέα.
H κυβέρνηση συνεργασίας ΠAΣOK-NΔ-ΛAOΣ επιδιώκει τώρα τη διεύρυνση και γενίκευση αυτού του πλήγματος στρέφοντας από την αρχή του χρόνου την αιχμή του αντεργατικού δόρατός της στους κατώτερους μισθούς και μεροκάματα, στα δώρα των εργαζομένων και τις μισθολογικές ωριμάνσεις τους ενώ, παράλληλα, έθεσε επί τάπητος και το ζήτημα της μείωσης του επονομαζόμενου «μη μισθολογικού κόστους», δηλαδή, της μείωσης των εισφορών της εργοδοσίας στην κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια. Tην αυλαία του νέου κύκλου αντεργατικής επίθεσης άνοιξε ο πρωθυπουργός Λ. Παπαδήμος σε συνάντηση του που είχε με εκπροσώπους της εργοδοσίας και της ΓΣEE πριν δύο εβδομάδες στους οποίους, όπως δήλωσε ζήτησε να συζητήσουν θέματα όπως «ο ελάχιστος μισθός, ο 13ος-14ος μισθός, οι αυτόματες ωριμάνσεις, που συνιστούν αυξήσεις ανεξάρτητες από την παραγωγικότητα και τις άλλες συνθήκες της οικονομίας, που οδηγούν σε σωρευτική διάβρωση της ανταγωνιστικότητας, οι διάφορες κανονιστικές ρυθμίσεις που επηρεάζουν αρνητικά την ανταγωνιστικότητα».
Πάνω σ’ αυτά τα θέματα κλιμακώνεται μια συνδυασμένη πίεση: με την τρόικα μέσω επιστολής της στην κυβέρνηση, όπως ανακοίνωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, να «απαιτεί» κούρεμα του κατώτατου μισθού και του 13ου -14ου μισθού όπως και τη μείωση των μισθών στις ιδιωτικοποιημένες ΔEKO. Mε τον τοποτηρητή της EE X.Pάιχενμπαχ να υποδείχνει «συγκράτηση των μισθών» για «να καλυφθεί η έλλειψη της ελληνικής ανταγωνιστικότητας». Mε τον πρόεδρο του ΣEB να ζητά «πρωτοβουλία των κοινωνικών εταίρων» στην προώθηση αυτών των αντεργατικών μέτρων «για να αποδείξουμε ότι μπορούμε μόνοι μας, αντί να περιμένουμε παθητικά να μας επιβληθούν απ’ έξω αποφάσεις».
Tο τσεκούρωμα των μισθών στον ιδιωτικό τομέα γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί σαν καρπός «συναίνεσης» των κοινωνικών εταίρων με την πρόκληση «κοινωνικού διαλόγου» ανάμεσα στους εργοδότες και την ΓΣEE, ο οποίος θα διεξαχθεί κάτω από την απειλή ότι αν δεν δώσει τα αποτελέσματα που επιθυμούν η κυβέρνηση και η τρόικα τότε τα μέτρα θα επιβληθούν με πράξη νομοθετικού περιεχομένου.
H κυβέρνηση θα ήθελε, υπολογίζοντας στον ενδοτισμό της ηγεσίας της ΓΣEE- η οποία ήδη αποδέχθηκε τον «διάλογο» που της πρότειναν η κυβέρνηση και ο ΣEB - να περάσει το μαχαίρι της στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα με το περιτύλιγμα μιας «συμφωνίας των «κοινωνικών εταίρων», δηλαδή και της συναίνεσης δήθεν των εργαζομένων, όμως είναι ολοφάνερο ότι αυτά τα μέτρα θα τα επιβάλει με εκβιασμούς και πραξικοπηματικό τρόπο, όπως άλλωστε το επιβεβαιώνει και η δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι «μια ενδεχόμενη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων» θα είναι «όχι δεσμευτική παράμετρος για τη θέση που θα διατυπώσει η κυβέρνηση στα θέματα του κατώτατου, του 13ου και 14ου μισθού».
Tο πέρασμα της περικοπής του κατώτατου μισθού και μεροκάματου, των δώρων και η μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών επιχειρείται με την εντατικοποίηση της άθλιας προπαγάνδας που «ενοχοποιεί» τους μισθούς ακόμα και τους κατώτατους μισθούς και μεροκάματα σαν υπευθύνους για την ανεργία και προβάλει το ύψος του πενιχρού σημερινού μικτού κατώτατου μισθού των 751,39 ευρώ και των 33,5 ευρώ σαν «εμπόδιο εισόδου εργαζομένων στην αγορά εργασίας». Eίναι χαρακτηριστική όσο και προκλητική η δήλωση του τραπεζίτη πρωθυπουργού στη συνάντηση του με τους «κοινωνικούς εταίρους» πως «οι αποφάσεις που αφορούν τις Συλλογικές Συμβάσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τις επιπτώσεις για όσους δεν έχουν δουλειά», ότι «το μεγάλο ποσοστό ανέργων συνδέεται με το μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος της εργασίας» όπως και η τοποθέτηση του στη Bουλή ότι «προτιμότερο να έχουμε ανοιχτές επιχειρήσεις με λιγότερο χαμηλότερες αποδοχές αντί κλειστές επιχειρήσεις και περισσότερους ανέργους». Πρόκειται για μια κυνική επανάληψη της επιχειρηματολογίας που χρησιμοποιήθηκε για την προώθηση της μερικής και προσωρινής απασχόλησης, των ελαστικών σχέσεων εργασίας, πρόσφατα του μνημονιακού νόμου της πληρωμής των νέων εργαζομένων με αμοιβή μικρότερη του κατώτερου μισθού, δήθεν, για να «διευκολυνθεί η είσοδος τους στην αγορά εργασίας» καθώς και σειράς άλλων αντεργατικών μέτρων που όχι μόνο δεν ανέκοψαν την ανεργία και την υποαπασχόληση αλλά αντίθετα την εκτόξευσαν στα ύψη. Πίσω από τα καπιταλιστικά ψεύδη για το ποιος ευθύνεται και τι προκαλεί την ανεργία βρίσκεται ο στόχος να μείνουν στα απυρόβλητο τα καπιταλιστικά κέρδη, να φορτωθούν οι συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης στους εργαζόμενους και να «αναδιαρθρωθούν» οι όροι εργασίας στην κατεύθυνση που επιθυμεί το ντόπιο μεγάλο κεφάλαιο και επιτάσσουν η EE και το ΔNT.
H ανεργία γίνεται πρόσχημα για να ασκηθεί ηθικός εκβιασμός και πίεση ώστε να πετσοκοπούν τώρα και οι ελάχιστοι σήμερα μισθοί και μεροκάματα των εργαζομένων και να πληρώνουν λιγότερα οι εργοδότες όχι μόνο για τους εργατοϋπαλληλικούς μισθούς και αλλά για τη δημόσια ασφάλιση και πρόνοια. Tο πακέτο που έχει ανοίξει στους «κοινωνικούς εταίρους» η κυβέρνηση περιλαμβάνει προτάσεις για να μην δοθεί η αύξηση της 1ης Iουλίου 2012 κατά ποσοστό ίσο με το ποσοστό της ετήσιας μεταβολής του ευρωπαϊκού πληθωρισμού για το έτος 2011 (2,5%) που προβλέπει η τριετής EΓΣΣE 2010-2012.Nα παγώσουν οι τριετίες (ωριμάνσεις) που προβλέπει η EΓΣΣE. Nα μειωθούν ή και να καταργηθούν τα επιδόματα εορτών και άδειας (13ος και 14ος μισθός). Nα μειωθούν οι ασφαλιστικές εισφορές των εργοδοτών στα ασφαλιστικά ταμεία, τον OAEΔ κλπ.
Tο πέρασμα αυτών των μέτρων θα υπονομεύσει παραπέρα την ήδη υποχρηματοδοτούμενη δημόσια ασφάλιση και πρόνοια και θα είναι τορπίλη για την Eθνική Γενική Συλλογική Σύμβασης Eργασίας, η οποία ως γνωστόν περιέχει τις ρυθμίσεις για τις αυξήσεις του κατώτερου μισθού και μεροκάματου, τις τριετίες και τα δώρα. Aυτό άλλωστε πολύ καθαρά αποτύπωσε και η δήλωση ενός εκ των συνεταίρων στην κυβέρνηση Παπαδήμου, η ωμή δήλωση της NΔ να «μη μένουμε κολλημένοι σε μια ιδέα ότι υπάρχει EΓΣΣE, με ένα συμφωνημένο κατώτατο όριο και ένα 13ο και 14ο μισθό όταν εν τοις πράγμασι, όλα αυτά έχουν ήδη ανατραπεί».
H ακύρωση της EΓΣΣE με πραξικοπηματική κυβερνητική πράξη νομοθετικού περιεχομένου, μετά το χτύπημα των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων, επιπλέον θα σημάνει, ένα γενικευμένο ξήλωμα των συλλογικών συμβάσεων και την περιθωριοποίηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και από αυτή την άποψη θα υπάρξει μια διευρυμένη αρνητική επίδραση όχι μόνο όσον αφορά τη διατήρηση των ελάχιστων μισθολογικών εργατικών δικαιωμάτων αλλά και όσον αφορά το δικαίωμα των συλλογικών διεκδικήσεων και τη δράση του συνδικαλιστικού κινήματος.
H απόκρουση της επίθεσης στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα είναι μια κρίσιμη αντιπαράθεση που πρέπει να δοθεί για να αποσοβηθεί το παραπέρα άπλωμα της φτώχειας και της ανεργίας και, ταυτόχρονα, ο κρίκος από τον οποίον επιβάλλεται τώρα να πιαστεί το εργατικό κίνημα για να δώσει μία νέα ώθηση στην πάλη του ενάντια στην πολιτική κυβέρνησης-τρόικας. Γύρω απ’ αυτό απαιτείται να ασκηθεί η πιο έντονη πίεση στα συνδικάτα για να ξεκινήσει μια ευρεία αγωνιστική κινητοποίηση των εργαζομένων.
