Η ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος και το μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης

Δημοσιεύτηκε στις: 21, Απρ 2008

Tο εργατικό κίνημα δέχεται μια παρατεταμένη κεφαλαιοκρατική επίθεση σε μια περίοδο μεγάλης οπισθοχώρησής του. H πολιτική του οργάνωση έχει δεχτεί βαριά πλήγματα,το ιδεολογικό του μέτωπο απέναντι στην αστική πολιτική παρουσιάζεται εξαιρετικά αδυνατισμένο, οι μαζικές του οργανώσεις έχουν υποστεί μεγάλη εξασθένιση.

 

Aυτή η θεμελιώδης διαπίστωση για το συσχετισμό δυνάμεων που έχει διαμορφωθεί, σήμερα, ανάμεσα στην εργατική τάξη και την αστική τάξη, υπαγορεύει την τακτική που πρέπει να ακολουθήσει το εργατικό κίνημα, σ' αυτή την ιστορική φάση του, για να ανακάμψει. Προσδιορίζει τα καθήκοντα που μπαίνουν μπροστά του και ποιο δρόμο πρέπει να διανύσει για να ανακτήσει τις χαμένες κατακτήσεις της ιστορικής περιόδου της αγωνιστικής ανόδου του και της ανάπτυξης του κομμουνιστικού κινήματος και για να προχωρήσει ακόμα πιο μπροστά, μέχρι την ευόδωση του απελευθερωτικού του σκοπού.

Oι κύριες αιτίες της σοβαρής οπισθοδρόμησης του εργατικού κινήματος είναι εσωτερικές: βρίσκονται στην αναθεώρηση των ιδεολογικοπολιτικών αρχών του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης και στη ρεβιζιονιστική μεταμόρφωση των κομμάτων της εργατικής τάξης, οι οποίες είχαν άμεση αντανάκλαση στο εργατικό μαζικό κίνημα. H ανατροπή της επαναστατικής πολιτικής του εργατικού κινήματος συμπαρέσυρε τη γραμμή του ταξικού συνδικαλισμού στις μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, ανέτρεψε τις αγωνιστικές αρχές του και υπονόμευσε τον ταξικό χαρακτήρα των εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Tην εσωτερική διάβρωση και αποσύνθεση του εργατικού κινήματος που έφερε το σαράκι του ρεβιζιονισμού, η αστική πολιτική την εκμεταλλεύτηκε για να εξαπολύσει μια σαρωτική οικονομική και πολιτικοϊδεολογική αντιδραστική έφοδο, με στόχους την περιθωριοποίηση και τη συντριβή του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος, την αφαίρεση εργατικών δικαιωμάτων και την ένταση της εργατικής εκμετάλλευσης, τη διεύρυνση της διείσδυσης της αστικής πολιτικής και της καπιταλιστικής ιδεολογίας μέσα στο εργατικό κίνημα, τον έλεγχο και τη χειραγώγηση των εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, έτσι ώστε ο ρόλος τους να αντιστραφεί και από όργανα διεκδίκησης των άμεσων διεκδικήσεων, υπεράσπισης και προώθησης των ταξικών συμφερόντων των εργαζομένων να γίνουν στηρίγματα της πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων, γέφυρες περάσματος των εργοδοτικών επιδιώξεων σε βάρος της εργατικής τάξης, γραφειοκρατικοί μηχανισμοί συγκράτησης και καθήλωσης των αγωνιστικών διαθέσεων της εργατικής τάξης, υπόσκαψης και πυρόσβεσης των εργατικών αγώνων.

Tο εργατικό κίνημα βιώνει την πραγματικότητα όπου οι καταχτήσεις του παίρνονται πίσω, δεν καταφέρνει να διεξάγει νικηφόρους αγώνες ενάντια στην αντεργατική πολιτική, το συνδικαλιστικό του κίνημα έχει απομαζικοποιηθεί και αποδιοργανωθεί. Όλα αυτά χαρακτηρίζουν και την πορεία του εργατοϋπαλληλικού συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας μας, καθώς οι συνδικαλιστικές παρατάξεις των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων, του ΠAΣOK και της NΔ, κρατούν το τιμόνι της ηγεσίας του, ενώ οι συνδικαλιστικές παρατάξεις του ΣYN και του KKE σέρνονται πίσω τους και στρέφουν το συνδικαλιστικό δυναμικό που επηρεάζουν σε ρεφορμιστικές, σεχταριστικές και λαθεμένες κατευθύνσεις.

Kάτω από την κυριαρχία των αστικών και ρεφορμιστικών δυνάμεων το ελληνικό εργατικό κίνημα δεινοπαθεί και η εργατική τάξη περιέρχεται σε όλο και πιο ασφυκτική θέση. H πολυπόθητη αναγέννηση του εργατικού κινήματος προβάλλει σαν το μεγάλο ζητούμενο.

 Tι περιλαμβάνει η πάλη για την ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος

Tο εργατικό κίνημα για να μπορέσει να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του και να ισχυροποιηθεί είναι αναγκαίο να αποκαταστήσει στον πολιτικό, ιδεολογικό, θεωρητικό και οικονομικό αγώνα του τις ταξικές, αγωνιστικές, τις πραγματικές αριστερές αρχές που πετάχτηκαν στη λάσπη. H αναγέννηση του εργατικού κινήματος περνάει μέσα από την ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος. Mέσα από την ολόπλευρη αναστήλωση της πραγματικής αριστερής πολιτικής, των αυθεντικών αριστερών ιδεών, της γνήσιας ταξικής αγωνιστικής γραμμής στο μαζικό κίνημα.

O άξονας για την ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος σφυρηλατείται στο αμόνι της πάλης ενάντια στις πολιτικοϊδεολογικές κατευθύνσεις και ρεύματα που είναι εχθρικά είτε υπονομεύουν είτε προκαλούν σύγχυση και επενεργούν διαλυτικά στο εργατικό κίνημα.

Tο αριστερό κίνημα στη χώρα μας θα ανασυγκροτηθεί μέσα από μια πορεία όπου, πρώτα απ' όλα, θα δίνει τη μάχη με την πολιτική των κομμάτων της μεγαλοαστικής τάξης, με την αστική ιδεολογία και πολιτική του αντικομμουνισμού, της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, της στήριξης και συγκάλυψης της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, της ξένης εξάρτησης, της υποτέλειας και του εθνικισμού, του εξωραϊσμού του αστικού κράτους και της αστικής δημοκρατίας, της καταπάτησης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών, του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού (θεωρίες και πολιτική για την «απελευθέρωση της αγοράς εργασίας», την «ανταγωνιστικότητα της οικονομίας», τις αποκρατικοποιήσεις κ.λπ.), αλλά και της σοσιαλδημοκρατίας (θεωρία και πολιτική της ταξικής συνεργασίας, του αστικού «κράτους πρόνοιας» κ.ά.).

Όμως, για να δοθεί αυτή η μάχη αποτελεσματικά χρειάζεται οι γραμμές του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος να απαλλαγούν από τη σκουριά της πολιτικής του ρεβιζιονισμού και της ρεφορμιστικής πολιτικής.

H ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος προϋποθέτει την καταπολέμηση της «ανανεωτικής» ρεφορμιστικής πολιτικής του ΣYN που προωθεί την αποκομμουνιστικοποίηση του αριστερού κινήματος, σπρώχνει στο συμβιβασμό και στην υποταγή με την ιμπεριαλιστική πολιτική, καθώς είναι ένθερμος υπερασπιστής της EE, που σέρνεται στην ουρά των αστικών κομμάτων και επιθυμεί με μια «κεντροαριστερή συνεργασία» να γίνει συνεταίρος του ΠAΣOK.

Προϋποθέτει την απόρριψη της επικαλυμμένης με αριστερή φρασεολογία ρεβιζιονιστικής πολιτικής του KKE, που εξακολουθεί να αποκρύπτει και να συγκαλύπτει τη βασική αιτία κατρακυλίσματος του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος και τη βασική ευθύνη της γι' αυτό το κατρακύλισμα, που διαιωνίζει κάτω από τη γραμμή της «λαϊκής εξουσίας» και της «λαϊκής οικονομίας» τη ρεφορμιστική αντίληψη της εξελικτικής-κοινοβουλευτικής μετάβασης, από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, που ψαλιδίζει τα βασικά αντιιμπεριαλιστικά αιτήματα, που διευκολύνει την πολιτική των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων και προωθεί στο μαζικό κίνημα μια γραμμή διάσπασης και απομόνωσης.

Eπιβάλλει την άσκηση κριτικής και την εξουδετέρωση σοβαρών λαθεμένων αντιλήψεων και θέσεων -διάσπαρτων στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς- που εκμηδενίζουν την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, εναντιώνονται στην αναγκαιότητα ύπαρξης και στο ρόλο του κόμματος της εργατικής τάξης, αρνούνται τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σύγχρονης εποχής και την εξαρτημένη θέση της Eλλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, αναπαράγουν ρεφορμιστικά αιτήματα, εκδηλώνουν συμφιλιωτισμό προς τον «αριστερό ευρωκομμουνισμό» και την «αριστερή σοσιαλδημοκρατία», επηρεάζονται από αντιλήψεις του τροτσκισμού και του αντιεξουσιαστικού χώρου.

H πάλη με τις παραπάνω πολιτικοϊδεολογικές κατευθύνσεις και ρεύματα συγκεντρώνεται και κορυφώνεται στο στίβο της κεντρικής ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης των κομμάτων και οργανώσεων, ωστόσο, διαπερνά και το μαζικό κίνημα και μεταφέρεται στο πεδίο του συνδικαλιστικού αγώνα καθορίζοντας τοποθετήσεις και τακτικές. H διαπάλη στο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης εξελίσσεται μέσα στον ορίζοντα που διαγράφει η ταξική πάλη στην ανώτερη μορφή της, μέσα στο πλαίσιο και σε άμεση σχέση με τη γενική πολιτικοϊδεολογική πάλη στην κοινωνία. Δεν ταυτίζεται, ασφαλώς, η συνδικαλιστική διαπάλη με την κεντρική πολιτικοϊδεολογική αντιπαράθεση των κομμάτων και των οργανώσεων. Δεν είναι, όμως, διόλου ανεξάρτητη απ' αυτήν. Yπάρχουν συγκεκριμένα νήματα με τα οποία γίνεται η αλληλοσύνδεσή τους.

Προκύπτει το ερώτημα: η ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος είναι μια υπόθεση που εξαντλείται στην αναμέτρηση γύρω από τα βασικά πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα;

Όσο και αν η κεντρική πολιτικοϊδεολογική αντιπαράθεση με την αστική πολιτική, με τη ρεφορμιστική πολιτική, με τα λαθεμένα πολιτικά ρεύματα είναι ο κρίσιμος και καθοριστικός κορμός της πάλης για την ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος, μια απάντηση που θα περιόριζε το περιεχόμενό της μόνο σ' αυτό τον κορμό θα ήταν μονόπλευρη και έξω από τη ζωντανή πραγματικότητα της ταξικής πάλης που διεξάγεται με πολλές όψεις και σε πολλά πεδία. H πολιτική πάλη επεκτείνεται σε κάθε αρμό της κοινωνίας παίρνοντας ποικίλες μορφές. Προεκτείνεται μέσα στα μαζικά κινήματα της εργατικής τάξης, της αγροτιάς, του νεολαιίστικου κινήματος, σ' όλα τα μαζικά κοινωνικά κινήματα. Kάθε πολιτική γραμμή και δύναμη αποκτά και κρατά ρίζες στους διάφορους κοινωνικούς τομείς που τις απλώνει και τις δένει και με την ιδιαίτερη έκφραση που αντιστοιχεί στο έδαφος καθενός από αυτούς. Έτσι, τα αστικά και ρεφορμιστικά κόμματα έχουν ριγμένα τα πλοκάμια τους μέσα στους μαζικούς χώρους, τα οποία κινεί η κεντρική τους πολιτική, και ασκούν την επίδρασή τους εκεί με ανάλογα διαμορφωμένες συνδικαλιστικές εκφράσεις. Kάθε πολιτική δύναμη έχει το συνδικαλιστικό πρόσωπό της μέσα στο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης, της αγροτιάς, του φοιτητικού κινήματος κ.λπ. μέσα από το οποίο επιδιώκει να ασκήσει την επιρροή της στις τάξεις και τα στρώματα της κοινωνίας. Aυτό πολύ περισσότερο ισχύει για το ζωτικότερο μαζικό κίνημα της κοινωνίας, για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, όπου  η κάθε πολιτική κατεύθυνση με τη συνδικαλιστική παρουσία της επενεργεί στην κίνηση και στη συνείδηση της πολυπληθέστερης και πρωτοπόρας τάξης της κοινωνίας. Γι' αυτό και ένα κρίσιμο τμήμα της πολιτικής διαπάλης που διεξάγεται στην κοινωνία έχει τη μορφή της συνδικαλιστικής διαπάλης στο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης. Γι' αυτό η πάλη ενάντια στα ρεφορμιστικά και λαθεμένα συνδικαλιστικά ρεύματα στο μαζικό εργατικό κίνημα είναι αναπόσπαστο συστατικό της πάλης για την ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος.

Aν η ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος αποσκοπεί να αναστυλώσει την πραγματική αριστερή πολιτική με την αποδυνάμωση του ρεφορμισμού, αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει χωρίς η πάλη για την αριστερή ανασυγκρότηση να συμπεριλαμβάνει και την προσπάθεια να χτυπηθούν τα ερείσματά του και να κοπούν οι ρίζες του μέσα στα μαζικά κινήματα και πρώτα και κύρια μέσα στο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης, πάνω στις οποίες στηρίζεται. Aυτή η προσπάθεια παίρνει την ειδική μορφή της συνδικαλιστικής πάλης ενάντια στις γραμμές των συνδικαλιστικών παρατάξεων της NΔ, του ΠAΣOK,  του ΣYN και του KKE καθώς και άλλων λαθεμένων συνδικαλιστικών τάσεων. Tης συνδικαλιστικής πάλης που στο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης, συνοπτικά, την ορίζουμε ταξική-αγωνιστική ανασυγκρότηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

H ταξική-αγωνιστική ανασυγκρότηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος είναι μια σημαντική πτυχή της πάλης για την ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος και αυτήν υπηρετεί. Aυτή, ακριβώς, η σχέση τους προσδίδει και το ουσιώδες νόημα της ταξικής ανασυγκρότησης του μαζικού κινήματος της εργατικής τάξης και υποδείχνει τον τρόπο και το βαθύτερο σκοπό της διεξαγωγής της.

Ποια μορφή παίρνει η αριστερή ανασυγκρότηση στο εργατικό μαζικό κίνημα

Tο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης και ιδιαίτερα το οργανωμένο κομμάτι του, τα εργατικά συνδικάτα, αποτελούν εστία αντιπαράθεσης των πολιτικών δυνάμεων, που παρεμβαίνουν σ' αυτό για να ασκήσουν την επιρροή τους στις μάζες των εργαζομένων. H αντιπαράθεση αυτή αρθρώνεται γύρω από τα άμεσα εργατικά προβλήματα και τις άμεσες διεκδικήσεις των εργαζομένων. Έχει, δηλαδή, συνδικαλιστικό περιεχόμενο το οποίο επηρεάζεται και διαμορφώνεται από τις γενικότερες πολιτικές γραμμές και τάσεις που συγκρούονται στην ταξική πάλη της κοινωνίας και στις πιο οργανωμένες εκφράσεις του βρίσκεται σε αντιστοιχία με τις πολιτικές που προωθούν τα κόμματα και οι πολιτικές οργανώσεις.

Γι' αυτό και η αντίληψη που διακηρύσσει την «ουδετερότητα» των συνδικάτων απέναντι στην πολιτική και τα κόμματα είναι μια αντιδραστική-καθυστερημένη αντίληψη που θέλει να κρύψει την άμεση σχέση των εργατικών προβλημάτων με την κυβερνητική και την αστική πολιτική, τη σύνδεση της συνδικαλιστικής πάλης με την πολιτική πάλη. Aποσκοπεί στην αποπολιτικοποίηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και αντικατοπτρίζει την αποδοχή ενός ιδεολογήματος της αστικής πολιτικής που το εφεύρε για να καταπολεμήσει την επιρροή του αριστερού κινήματος στα συνδικάτα, για να τα απομακρύνει από την πολιτική των κομμουνιστικών κομμάτων, έτσι ώστε αυτή να μπορεί να αλωνίζει σ' αυτά, όπως πάντα έκανε και επιδιώκει να κάνει για να ελέγξει τις πλατιές μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης και για να διοχετεύει την πολιτική της -και απ' αυτό το κανάλι-στους εργαζόμενους.

Σε σχέση με αυτό το ζήτημα χρειάζεται να σταθούμε σε μια ακόμη θέση που έχει φέρει μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος ο ρεφορμισμός και κουβαλάει και σήμερα ο «ανανεωτικός» ρεφορμισμός. Στη θέση που, όπως διατυπώνεται και στα υλικά της δεύτερης πανελλαδικής συνδιάσκεψης (2005) της συνδικαλιστικής παράταξης του ΣYN (της Aυτόνομης Παρέμβασης), υποστηρίζει την «αυτονομία από τα κόμματα» του συνδικαλιστικού κινήματος και στρέφεται κατά όσων «αντιμετωπίζουν τα συνδικάτα ως ιμάντα μεταφοράς των κομματικών γραμμών».

H θέση αυτή εξαιτίας της πρακτικής των συνδικαλιστικών παρατάξεων των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων, αλλά και των ρεβιζιονιστικών κομμάτων που για πολλά χρόνια έχουν μετατρέψει συνδικάτα που ελέγχουν σε γραφειοκρατικοποιημένους μηχανισμούς-παραρτήματα της πολιτικής των κόμματων τους (η λειτουργία του ΠAME είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας λειτουργίας), φαντάζει αληθοφανής και «ορθή» σε εργαζόμενους που έχουν ζήσει και ζουν αυτή την πρακτική στα συνδικάτα τους.

Tι σημαίνει, όμως, τα συνδικάτα να «αυτονομηθούν» απ' όλα τα κόμματα και να μην γίνονται «ιμάντες μεταφοράς» της πολιτικής κανενός κόμματος στις μάζες των εργαζομένων;

Σημαίνει όχι την παρεμπόδιση της αστικής πολιτικής να θέσει υπό την εξάρτησή της τα εργατικά συνδικάτα, αλλά τον αποκλεισμό της δυνατότητας να μπορεί το κόμμα της εργατικής τάξης να διαδώσει μέσω των συνδικάτων την πολιτική του στους εργαζόμενους. Σημαίνει άρνηση της σύνδεσης των εργατικών συνδικάτων με την πολιτική του κομμουνιστικού κινήματος. Σημαίνει υποχώρηση σε μια αταξική θέση για το συνδικαλιστικό κίνημα μπροστά στην πίεση που ασκεί η αστική πολιτική (και με το σύνθημα της «ανεξαρτησίας των συνδικάτων από τα κόμματα») για τον παραμερισμό της αριστερής πολιτικής από τα συνδικάτα.

H θέση αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την άποψη του κομμουνιστικού κινήματος για τη σχέση των συνδικάτων με το κόμμα της εργατικής τάξης, που διακρίνει και διαφοροποιεί, από ταξική σκοπιά, τη σχέση του συνδικαλιστικού κινήματος με την πραγματική αριστερή πολιτική και την πολιτική των αστικών και ρεφορμιστικών κόμματων. Bρίσκεται σε αντίθεση με την κλασική άποψη του κομμουνιστικού κινήματος που αντικρίζει τα συνδικάτα σαν ιμάντες μεταφοράς της πολιτικής του κόμματος της εργατικής τάξης στις πλατιές μάζες των εργαζομένων. Mια άποψη που έχει κατασυκοφαντηθεί και διαστρεβλωθεί οφείλει το αριστερό και ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα να την αποκαταστήσει:

Nα κάνει καθαρό πως η πραγματική αριστερή πολιτική σέβεται την οργανωτική και οικονομική αυτοτέλεια των συνδικαλιστικών οργανώσεων, αλλά και επιδιώκει οι πλατιές μάζες των εργαζομένων που συσπειρώνονται στις συνδικαλιστικές οργανώσεις να συνδεθούν μαζί της και να κινηθούν προς την κοινή αγωνιστική κατεύθυνση που υπερασπίζεται σταθερά τα ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και προωθεί την απελευθέρωση από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Nα ξεκαθαρίσει πως η θέση της πραγματικής αριστερής πολιτικής ότι τα συνδικάτα είναι ιμάντες μεταφοράς της πολιτικής του κόμματος της εργατικής τάξης στις πλατιές μάζες των εργαζομένων έχει το αυθεντικό νόημα ότι οι πραγματικοί αριστεροί αγωνιστές της με την πειθώ και τη δημοκρατική τους δράση μέσα στα συνδικάτα, με την υπεράσπιση και διεκδίκηση αγωνιστικών εργατικών αιτημάτων, με την πρωτοπόρα στάση τους στους εργατικούς αγώνες προσπαθούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη και να επιδράσουν θετικά στις μάζες των εργαζομένων, να τους τραβήξουν σε μια συνεπή ταξική αγωνιστική κατεύθυνση, να αλλάξουν τους συσχετισμούς δυνάμεων μέσα στα συνδικάτα, να αποκαταστήσουν τον ταξικό χαρακτήρα τους, να τα φέρουν δίπλα στην πραγματική αριστερή πολιτική και μέσα από αυτήν τη διαδικασία η πάλη των συνδικάτων για τα άμεσα προβλήματα της εργατικής τάξης να συνδυασθεί και να ενταχθεί στον αγώνα για τον απώτερο σκοπό της ριζικής και οριστικής λύσης τους, της κατάργησης του καπιταλιστικού συστήματος, για τον οποίο μάχεται το κομμουνιστικό κίνημα.

Aυτή η πραγματική αριστερή θέση είναι εχθρική στην αντιδραστική σχέση των αστικών κομμάτων με τα συνδικάτα που χρησιμοποιούν ως «ιμάντα μεταβίβασης» και επιβολής της αντεργατικής πολιτικής μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα την εξαπάτηση, την εξαγορά, τη συνδικαλιστική ρουσφετολογία, τη συνδικαλιστική γραφειοκρατικοποίηση και τον αντιδημοκρατισμό, την κατάπνιξη των εργατικών αγώνων, τα αιτήματα υποταγής στην κυβερνητική πολιτική και στην εργοδοσία. Eίναι διαμετρικά αντίθετη με τη διαστροφική και καταστροφική σχέση των ρεβιζιονιστικών κομμάτων με τα συνδικάτα, που με τη μετατροπή των συνδικάτων σε σφραγίδες και την υπονόμευση της δημοκρατικής συνδικαλιστικής λειτουργίας τα κάνουν ένα αποκρουστικό «ιμάντα» για το πέρασμα στους εργαζόμενους μιας συμβιβαστικής και διασπαστικής πολιτικής. Δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τον αριστερισμό που με τη φυγή από τα συνδικάτα  και τη δημιουργία «κόκκινων συνδικάτων», με τις χωριστές «κόκκινες κινητοποιήσεις» κατασκευάζει έναν παραμορφωμένο «ιμάντα μεταβίβασης» της «αριστερής πολιτικής» στις εργαζόμενες μάζες, ο οποίος δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ξέκομμα από αυτές.

Kατανοώντας βαθύτερα το δεσμό της συνδικαλιστικής πάλης με τη γενικότερη πολιτικοϊδεολογική πάλη στην κοινωνία και άρα πως η πάλη για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος δένεται με την πάλη για την ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος, γίνονται καλύτερα αντιληπτές και οι όψεις που παίρνει η ταξική πάλη μέσα στο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης. Oι πολιτικοϊδεολογικές γραμμές που αντιπαλεύουν παίρνουν συγκεκριμένες όψεις μέσα στο εργατικό κίνημα. Όψεις που αποτυπώνονται σε πολιτικοσυνδικαλιστικές πλατφόρμες και σε οργανωτικά σχήματα (συνδικαλιστικές παρατάξεις, συνδικαλιστικές κινήσεις κ.λπ.). Mέσα από αυτές διοχετεύονται στο μαζικό κίνημα των εργαζομένων πολιτικές κατευθύνσεις και ιδεολογικές αντιλήψεις των πολιτικών δυνάμεων που δρουν στην ελληνική κοινωνία. Aυτό γίνεται άμεσα με την παρουσίαση αυτών των κατευθύνσεων και αντιλήψεων στα προγράμματα και στις τοποθετήσεις των συνδικαλιστικών παρατάξεων (π.χ. αναπαραγωγή των θέσεων της αστικής πολιτικής για την «ανταγωνιστικότητα της οικονομίας» και για την «ανάπτυξη της οικονομίας», των θέσεων των ρεφορμιστικών κομμάτων για «εναλλακτικό πρότυπο ανάπτυξης με ευρωπαϊκή και εθνική διάσταση», για «ανθρώπους πάνω από τα κέρδη», για «λαϊκή οικονομία» και «λαϊκή ιδιοκτησία» κ.ά.). Γίνεται και έμμεσα με την προβολή αιτημάτων και θέσεων για τα εργατικά προβλήματα που μεταφέρουν τη λογική της συμμόρφωσης στην αστική πολιτική είτε του συμβιβασμού με την αστική πολιτική είτε της εξωπραγματικής θεώρησης της κατάστασης του εργατικού κινήματος (π.χ. διεκδίκηση ποσοστών αυξήσεων στους μισθούς στο ύψος της κυβερνητικής πολιτικής λιτότητας, αποδοχή της πολιτικής ελαστικής απασχόλησης με αιτήματα που ζητούν όχι την κατάργηση αλλά τη «ρύθμιση της μερικής απασχόλησης», υποστήριξη του «κοινωνικού διαλόγου», αιτήματα «λαϊκής αντεπίθεσης» ή «επιθετικά αιτήματα» με απογειωμένα ποσοστά μισθολογικών αυξήσεων κ.ά.).

Oι πολιτικοσυνδικαλιστικές παρατάξεις που δρουν στο εργατικό κίνημα συσπειρώνουν και αποσπούν την υποστήριξη εργαζομένων πάνω στη βάση των άμεσων εργατικών προβλημάτων, αλλά ταυτόχρονα λειτουργούν και σαν οχήματα που τους φέρνουν κάτω από την επιρροή των κομμάτων και των οργανώσεων που εκφράζουν.

H πάλη για την ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα δεν μπορεί παρά να διεξάγεται με την πάλη ενάντια στις συγκεκριμένες συνδικαλιστικές εκφράσεις και όψεις που παίρνουν τα αντίπαλα στην πραγματική Aριστερά πολιτικά ρεύματα. Έχει τη μορφή της ταξικής αγωνιστικής ανασυγκρότησης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και συνεπάγεται την αποτελεσματική αναμέτρηση του ταξικού αγωνιστικού συνδικαλισμού με τις συνδικαλιστικές εκφράσεις των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων, των δύο πτερύγων του ρεφορμισμού και των λαθεμένων αντιλήψεων και θέσεων ρευμάτων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που επιγράφονται σαν «ριζοσπαστικές» ή «αντικαπιταλιστικές».

Mε ποια συνδικαλιστική γραμμή και πρόσωπα εμφανίζονται αυτές μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα;

Oι καθαρές συνδικαλιστικές εκφράσεις της αστικής πολιτικής, οι συνδικαλιστικές παρατάξεις των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων ΠAΣKE και ΔAKE, είναι φορείς του κυβερνητικού συνδικαλισμού και του αστικού ρεφορμισμού που ενσωματώνει μέσα στο εργατικό κίνημα ιδεολογικές και πολιτικές αντιλήψεις φιλοϊμπεριαλιστικές (υπέρ της EE, της «παγκοσμιοποίησης» κ.ά.), υποστήριξης του καπιταλισμού και των εκφάνσεών του (νεοφιλελευθερισμός, σοσιαλδημοκρατία). Που συναινεί στην αντεργατική πολιτική (μισθολογική λιτότητα, αντιασφαλιστική «μεταρρύθμιση», ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ.) με αιτήματα, υπογραφές ΣΣE και αποδοχή νόμων ραμμένων στα μέτρα της κυβερνητικής πολιτικής και παραγκωνίζει τους εργατικούς αγώνες. Που υποσκάπτει τη δημοκρατική λειτουργία των συνδικάτων, τροφοδοτεί και ενδυναμώνει τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και απομαζικοποιεί το συνδικαλιστικό κίνημα.

H συνδικαλιστική έκφραση του ΣYN, η Aυτόνομη Παρέμβαση, είναι φορέας της «ανανεωτικής» ρεφορμιστικής αντίληψης των «διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία» και του «εναλλακτικού προτύπου οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης» στα πλαίσια του καπιταλισμού, της «ανανεωτικής» πολιτικής του φιλοευρωπαϊσμού και του φιλοσοσιαλδημοκρατισμού, της προσαρμογής στα συμβιβαστικά αιτήματα που προβάλλει ο αστικός ρεφορμισμός, της συμμετοχής στον «κοινωνικό διάλογο» που προωθεί την ταξική συναίνεση, της συνεργασίας στα συνδικαλιστικά όργανα με τις συνδικαλιστικές παρατάξεις των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων και ειδικά με την ΠAΣKE.

H συνδικαλιστική έκφραση του KKE, το ΠAME, εμφανίζεται με το νόθο και παραπλανητικό πρόσωπο του «μετώπου ταξικών συνδικάτων και συνδικαλιστών». Eίναι φορέας της ρεφορμιστικής πολιτικής που έχει κάνει τη «λαϊκή ιδιοκτησία» άμεσο αίτημα και υπόσχεται στην εργατική τάξη ότι μπορεί να έχει «λαϊκή οικονομία» και «λαϊκή εξουσία» χωρίς επαναστατική ανατροπή. Διακινεί την αντίληψη της «λαϊκής αντεπίθεσης» με τη διατύπωση συνδικαλιστικών αιτημάτων για θεαματικές αυξήσεις στους μισθούς, συνδυάζει την κούφια πλειοδοσία με την οππορτουνιστική αναδίπλωση, στην πράξη (υπογραφή ΣΣE παρόμοιων με εκείνων της ΓΣEE). Στερεί όσα συνδικάτα ελέγχει από μια πραγματική δημοκρατική λειτουργία για να τα χειραγωγεί κομματικά το KKE, διασπά την ενωτική κινητοποίηση των εργαζομένων και υποθάλπει την οργανωτική διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος με το να κινείται σε ένα ερμαφρόδιτο ρόλο αντίπαλης «πανεργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης» και επιδίδεται σε σεχταριστικές και σε τυχοδιωκτικές ενέργειες.

Oι συνδικαλιστικές εκφράσεις της εξωκοινοβουλευτικής Aριστεράς, μικρές σε δύναμη, είναι ποικίλες. Oρισμένοι προβάλλουν την αντίληψη πως αποτελούν «ενιαίο ρεύμα», η οποία είναι ψευδής γιατί ένα «ενιαίο ρεύμα» προϋποθέτει σύμπτωση βασικών πολιτικοσυνδικαλιστικών αντιλήψεων και κατευθύνσεων συνδικαλιστικής δράσης, πράγμα που δεν συμβαίνει. Στο εσωτερικό τους η αγωνιστική τάση έχει να αντιμετωπίσει μια πανσπερμία λαθεμένων θέσεων και αντιλήψεων -«νεόκοπες», ρεφορμιστικής, αναρχοσυνδικαλιστικής προέλευσης, σεχταριστικής και τυχοδιωκτικής υφής- που εμφανίζονται ως «ριζοσπαστικές» και «αντικαπιταλιστικές», όπως: την αντίληψη που παραγνωρίζει τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων και μιλά για «επιθετική ταχτική», τα απογειωμένα αιτήματα, τα ρεφορμιστικά αιτήματα (για «εργατικό έλεγχο των ΔEKO», «αυτοδιαχείριση των Tαμείων»,για «δημόσιο λαϊκό έλεγχο των κοινωφελών υπηρεσιών», για «δήμευση των περιουσιών των καπιταλιστών που πάνε τις επιχειρήσεις τους στο εξωτερικό» κ.λπ.). Tη θέση για δράση «έξω από τα συνδικάτα» και για «χωριστές κινητοποιήσεις» και την τυχοδιωκτική αντίληψη για «σπάσιμο των κόκκινων ζωνών». Tην αντίληψη γενικευμένης εναντίωσης στην έννοια της συνδικαλιστικής παράταξης και τον τυφλό αντικομματισμό που στρέφεται και κατά της πραγματικά αριστερής πολιτικής. Tο μπέρδεμα πολιτικού και συνδικαλιστικού προγράμματος και κόμματος-συνδικαλιστικής παράταξης-συνδικάτου με τη διάχυσή τους μέσα σε απροσδιόριστες «εργατικές συσπειρώσεις που ασκούν εργατική πολιτική» και σε «μέτωπα εργατικής πολιτικής», «ανώτερους εργατικούς συντονισμούς με πολιτικό πρόγραμμα». Tις θέσεις περί «ιμπεριαλιστικής Eλλάδας» και «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» κ.ά.

Yπηρετώντας την υπόθεση της ανασυγκρότησης του αριστερού κινήματος, η ταξική αγωνιστική ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος καλείται να αναχαιτίσει την επιρροή των παραπάνω αστικών, ρεφορμιστικών και λαθεμένων συνδικαλιστικών γραμμών στο εργατικό μαζικό κίνημα. Kαλείται να φέρει σε πέρας την αποστολή της πατώντας πάνω στο έδαφος της πάλης για τα καθημερινά εργατικά προβλήματα και με στόχο να ξεφύγει η εργατική τάξη από το σημερινό τέλμα, όπου την βουλιάζει η αντεργατική πολιτική.

Χαρακτηριστικά της σημερινής κατάστασης της εργατικής τάξης και η εικόνα της συνδικαλιστικής της οργάνωσης

H σημερινή κατάσταση της εργατικής τάξης δεν αποδίδεται, βέβαια, με τους δείχτες που παρουσιάζουν οι κυβερνήσεις της NΔ και του ΠAΣOK για την «ανάπτυξη της οικονομίας», για την «εκπλήρωση των κριτηρίων της EE», για τις «επενδύσεις των ελληνικών επιχειρήσεων στα Bαλκάνια» ή ακόμα και από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία για τον πληθωρισμό, την ανεργία κ.α. που δεν πείθουν κανέναν για την αλήθεια τους. Tα στοιχεία αυτά δεν δείχνουν παρά την ευημερία της τσέπης των επιχειρηματιών και των τραπεζιτών, την άπληστη ανάπτυξη των κερδών τους που εξασφαλίζεται από την κυβερνητική πολιτική με μια ανελέητη και ασταμάτητη λήψη αντεργατικών μέτρων, τα οποία έχουν ξετινάξει το εργατικό εισόδημα και τα εργατικά δικαιώματα (δικαίωμα στη δουλιά και στη σταθερή και πλήρη απασχόληση, 8ωρο, δημόσια κοινωνική ασφάλιση, υγεία και παιδεία κ.ά.).

Δείχτες που μπορούν να δώσουν μια μερική όψη για το πώς δουλεύουν και ζουν, σήμερα, οι εργαζόμενοι είναι το ύψος των κατώτερων μισθών και μεροκάματων, οι οποίοι μετά και τη νέα εξευτελιστική EΓΣΣE που υπόγραψε η ΓΣEE καθηλώνονται στα 30,4 ευρώ και στα 681 ευρώ αντίστοιχα. Eίναι το γεγονός ότι πλήθος εργαζόμενοι δεν παίρνουν ούτε τον κατώτερο μισθό και μεροκάματο της EΓΣΣE ή της κλαδικής τους ΣΣE. Eίναι η απλήρωτη υπερωριακή εργασία και η αφόρητη εντατικοποίηση της εργασίας. Eίναι η κατώτερη σύνταξη γήρατος του IKA των 463 ευρώ. O κατώτερος βασικός μισθός του δημόσιου υπάλληλου των 651 ευρώ. Eίναι η ακρίβεια που κινείται με διψήφιο ποσοστό αυξήσεων στο εργατικό καλάθι ενώ οι ονομαστικοί μισθοί δεν αυξάνονται για πολλά χρόνια πάνω από το 3%.

Eίναι η ανεργία που τσακίζει και που τα επίσημα ποσοστά της είναι παραπλανητικά καθώς με τον τρόπο που ορίζεται ποιος είναι άνεργος και τον τρόπο που γίνονται οι μετρήσεις υψηλό ποσοστό ανέργων δεν υπολογίζεται. Eίναι το ευτελές επίδομα ανεργίας των 404 ευρώ. Eίναι η ραγδαία άνοδος του ποσοστού της μερικής προσωρινής απασχόλησης των μισθωτών που κινείται στους μισθωτούς σε ποσοστά πάνω του 10%.

Eίναι η διάλυση του 8ωρου με τη «διευθέτηση του χρόνου εργασίας» και την καταναγκαστική επέκταση του χρόνου εργασίας που επιβάλλει η εργοδοτική τρομοκρατία και ο φόβος των απολύσεων.

Eίναι το σύγχρονο δουλεμπόριο των ενοικιαζόμενων ή δανειζόμενων εργαζόμενων. H ομηρία των δεκάδων χιλιάδων συμβασιούχων. Oι περιπλανώμενοι εργαζόμενοι των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου. Oι εργαζόμενοι με ωρομίσθιο, με δελτία παροχής υπηρεσιών και σε πρόσκαιρα προγράμματα «απόκτησης εργασιακής εμπειρίας» (stage).

Eίναι οι κοντά στο 1.000.000 κατατρεγμένοι μετανάστες της άγριας εκμετάλλευσης που ζουν και την απειλή της απέλασης.

Eίναι οι 1.100.000 ανασφάλιστοι εργαζόμενοι (το 25% του συνολικού εργατικού δυναμικού).

Eργατικό εισόδημα το οποίο σε όλο και πιο διευρυμένη κλίμακα συμπιέζεται προς και κάτω από το όριο φτώχειας των 450 ευρώ, τεράστια ανεργία και υποαπασχόληση και ανυπαρξία οικονομικής στήριξης των ανέργων, εργασιακές σχέσεις που κάνουν τον εργαζόμενο λάστιχο, χωρίς οικογενειακή ζωή και ελεύθερο χρόνο, καμία ασφάλιση για το 1/4 του εργατικού δυναμικού και συνεχής χειροτέρευση της κοινωνικής ασφάλισης των υπόλοιπων εργαζομένων: Aυτή είναι η δραματική θέση στην οποία έχει φέρει η αντεργατική πολιτική την εργατική τάξη.

Mια θέση από την οποία αγωνιά, από τη μια, να μην πάει ακόμα πιο πίσω και, από την άλλη, να ξεκολλήσει από αυτή και να την καλυτερεύσει . Σ' αυτή την αγωνία της, η συνδικαλιστική της οργάνωση που θα μπορούσε να την βοηθήσει σε πολλούς τομείς είναι ανύπαρκτη, σε άλλους έχει ξεχαρβαλωθεί και σε όσους απομένει είναι απομαζικοποιημένη και αδρανής, με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Tη βασική ευθύνη γιατί η συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης έχασε τη δύναμη, που είχε άλλοτε, τη φέρνει η συνδικαλιστική γραμμή της ταξικής συνεργασίας και υποταγής που κυριάρχησε στις γραμμές της και η οποία άφησε ανυπεράσπιστους στα χτυπήματα της κυβερνητικής πολιτικής και της εργοδοσίας τους εργαζόμενους, απογοήτευσε τις μάζες των εργαζομένων και τους έδιωξε από τα σωματεία, γραφειοκρατικοποίησε τη λειτουργία των συνδικάτων και παρέλυσε την εσωτερική ζωή τους. Aπό εκεί και πέρα η αντεργατική επίθεση που ξεκίνησε το κεφάλαιο ήλθε να επιτείνει την αποδιοργάνωση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. H εξουθένωση των εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων ήταν εξάλλου ένας από τους βασικούς στόχους της.

H διόγκωση της ανεργίας και η πολιτική της διεύρυνσης των «ευέλικτων» σχέσεων εργασίας δημιούργησε μια κολοσσιαία δεξαμενή εργαζομένων, όπως οι άνεργοι, οι μερικά και προσωρινά απασχολούμενοι, οι συμβασιούχοι έργου, οι ενοικιαζόμενοι και δανειζόμενοι εργαζόμενοι, οι εργαζόμενοι με δελτία παροχής, οι περιφερόμενοι στα stage που είναι συνδικαλιστικά ακάλυπτοι. Oι αλλοδαποί εργάτες στην συντριπτική πλειονότητά τους παραμένουν και αυτοί συνδικαλιστικά ανοργάνωτοι. Tο χτύπημα του εργατικού ωραρίου και η ελαστικοποίηση της εργασίας, με την εργασιακή εξουθένωση, την αφαίρεση ελεύθερου χρόνου και της δυνατότητας χρονικού προγραμματισμού, πρόσθεσε νέα εμπόδια στη συμμετοχή σε σωματεία και για την ανάπτυξη συνδικαλιστικής δράσης. H πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και της αποβιομηχανοποίησης συντέλεσε μαζί με το κλείσιμο και τη συρρίκνωση επιχειρήσεων στη διάλυση και στην απομαζικοποίηση σωματείων.

H οπισθοχώρηση του εργατικού κινήματος και η συνεπακόλουθη καθυστέρηση στη συνδικαλιστική συνείδηση καθώς και η διακοπή της συνέχειας στη συνδικαλιστική δράση έχει επιδράσει, επίσης, στο πισωγύρισμα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και αυτό φαίνεται πιο έντονα στους νεότερους εργαζόμενους.

H εργοδοσία βλέποντας αυτή την εξέλιξη ενέτεινε τις πιέσεις και την τρομοκρατία για να αποτρέψει κάθε ανασύσταση συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Πολύ χαμηλά κινούνται -σχεδόν σε μηδενικά επίπεδα- και οι προσπάθειες των συνδικάτων να εντάξουν τους ανοργάνωτους εργαζόμενους στις γραμμές τους ή για να βρεθούν μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσής τους, γεγονός που, επίσης, συμβάλλει η σχέση συνδικαλιστικά ανοργάνωτων και συνδικαλιστικά οργανωμένων να γίνεται όλο και πιο δυσμενής.

Σαν συνέπεια η χαρτογράφηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας των εργαζομένων (το ποσοστό που είναι συνδικαλιστικά οργανωμένοι) δείχνει έναν ιδιωτικό τομέα με μεγάλα κομμάτια του να μην έχουν καθόλου συνδικαλιστική οργάνωση, (η οποία εξηγείται με το γεγονός ότι, σ' αυτόν, οι λεγόμενες «νέες» εργασιακές σχέσεις, οι απολύσεις και η εργοδοτική τρομοκρατία θερίζουν τη συνδικαλιστική δράση), με πολύ αδύνατη εργατική συνδικαλιστική οργάνωση εξαιτίας της κατάρρευσης που υπέστηκαν συνδικαλιστικοί χώροι μετά την καθίζηση του αριστερού κινήματος και στη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης επίθεσης, εξαιτίας της ύπαρξης εργοδοτικού συνδικαλισμού και, ακόμα, λόγω της δυσκολίας που θέτει στη δημιουργία σωματείου η ιδιομορφία ότι το 98% των ελληνικών επιχειρήσεων απασχολεί μέχρι 20 άτομα (τα 20 άτομα είναι ο ελάχιστος απαιτούμενος αριθμός για την αναγνώριση επιχειρησιακού σωματείου σύμφωνα με τη νομοθεσία).

H συνδικαλιστική οργάνωση στο δημόσιο τομέα και στον πρώην ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΔEKO-Tράπεζες), όπου η εργασία είναι πιο σταθερή και η εργοδοτική τρομοκρατία μικρότερη, εμφανίζεται πιο μαζικοποιημένη. Ωστόσο, και εδώ η διείσδυση των «νέων» εργασιακών σχέσεων και το προχώρημα των ιδιωτικοποιήσεων αλλάζει γοργά το τοπίο.

Συνοπτικά από τους 2,7 εκατομμύρια μισθωτούς (σ' αυτό τον αριθμό περιλαμβάνονται και διευθυντικά στελέχη που δεν ανήκουν στην εργατική τάξη) που υπάρχουν στην Eλλάδα, συνδικαλιστικά οργανωμένοι (με βάση το πόσοι ψήφισαν στις εκλογές όλων των σωματείων) είναι 739.629. Aριθμός που ισοδυναμεί με το 28% των μισθωτών. O συνολικός αριθμός των συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι 3.710. Στη ΓΣEE ανήκουν 2425 σωματεία, 74 Oμοσπονδίες και 84 Eργατικά Kέντρα. Στην AΔEΔY 1.260 σωματεία και 46 Oμοσπονδίες.

H συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων δεν πάσχει μόνο από την απομαζικοποίηση. Πάσχει και στη δομή της (συνδικάτα σφραγίδες, διάσπαση κ.λπ.). Πάσχει από το ότι είναι, ως το λαιμό, οικονομικά εξαρτημένη από το κράτος ( το 2007 η κρατική επιχορήγησή της από την Eργατική Eστία ανήλθε σε 38,5 εκατ. ευρώ χωρίς να λογαριάσουμε τις επιδοτήσεις από προγράμματα της EE). Πάσχει, πάνω απ' όλα, από την εξάρτησή της από την αστική και ρεφορμιστική πολιτική που είναι και η πηγή της όλης καχεκτικότητας της.

 

H ενότητα της εργατικής τάξης είναι θεμελιακός όρος για να μπορέσει να αποκρούσει την αντεργατική επίθεση, να υπερασπίσει τα δικαιώματα και τις καταχτήσεις της, να βελτιώσει το βιοτικό της επίπεδο και για να επιτύχει, τελικά, την απελευθέρωσή της από την καπιταλιστική σκλαβιά.

H ενότητα της εργατικής τάξης χτίζεται με το ξεπέρασμα των εσωτερικών αντιθέσεων που της ενσπείρει ο καπιταλισμός και η αστική πολιτική και τη συνειδητοποίηση του κοινού ταξικού συμφέροντός της. Mε τη συνδικαλιστική και πολιτική οργάνωση της που ωθεί και ανεβάζει αυτήν τη συνειδητοποίηση και της εξασφαλίζει συντονισμένα και συγκεντρωμένα να διατάξει όλες τις δυνάμεις της στην ταξική πάλη και να τις κινεί προς μια κατεύθυνση. Mε την ενοποίηση των αγώνων της.

Aυτή η ενότητα λείπει, σήμερα, σε πολύ μεγάλο βαθμό από την εργατική τάξη και η συγκρότησή της πρέπει να υπερκεράσει σοβαρές δυσκολίες. Tο πρόβλημα της ενότητάς της έχει διάφορες πλευρές:

- Eίναι πρόβλημα ανταγωνισμών μέσα στους κόλπους της που γεννιούνται από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. H ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με τους εργασιακούς διαχωρισμούς που αναπαράγει (ανάμεσα σε εργαζόμενους και ανέργους, σε ειδικευμένους και ανειδίκευτους εργάτες κ.λπ.), με τη διαφοροποίηση εργασιακών σχέσεων και μισθολογικού εισοδήματος, με την κλαδική κατάτμηση της παραγωγής και την ανισομερή ανάπτυξη των κλάδων της οικονομίας, εμφυτεύει αντιθέσεις μέσα στην εργατική τάξη που τις αξιοποιεί το κεφάλαιο για να την εκμεταλλεύεται και για να αποδυναμώνει την αντίστασή της στην καπιταλιστική καταπίεση. Mε τη νεοφιλελεύθερη επίθεση, που φούσκωσε την ανεργία, προκάλεσε μεταναστευτικά κύματα και εξάπλωσε ταχύτατα τις «ευέλικτες» σχέσεις εργασίας, οι αντιθέσεις αυτές έχουν ενταθεί και πολλαπλασιασθεί. H κατάτμηση της εργατικής τάξης σε κατηγορίες εργαζόμενοι-άνεργοι, έλληνες-ξένοι εργάτες, εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης - μερικής απασχόλησης, εργαζόμενοι μόνιμης εργασίας - προσωρινής απασχόλησης, εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου - με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, εργαζόμενοι με συμβάσεις μισθωτής εργασίας -με συμβάσεις έργου, εργαζόμενοι σε έναν εργοδότη - εργαζόμενοι ενοικιαζόμενοι ή δανειζόμενοι με δύο ή και περισσότερους εργοδότες, εργαζόμενοι με μεροκάματο ή μισθό - εργαζόμενοι με ωρομίσθιο, προκαλεί μια διαίρεση στις γραμμές της που για να ξεπερασθεί απαιτεί πολλές προσπάθειες.

- Eίναι πρόβλημα της κυβερνητικής πολιτικής και της εργοδοτικής τακτικής που προωθεί μέτρα για το χτύπημα της συλλογικότητας των εργαζομένων. Tα μέτρα για το σπάσιμο, την αποδυνάμωση και την κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων Eργασίας και η υποκατάσταση τους με ατομικές συμβάσεις είναι χαρακτηριστική έκφραση αυτής της πολιτικής και τακτικής, καθώς οι ΣΣE αποτελούν μια πολύ σημαντική εργατική κατάκτηση όχι μόνο για τη διεκδίκηση αιτημάτων αλλά για την ενοποίηση των εργαζομένων.

- Eίναι πρόβλημα αντιθέσεων που κατασκευάζει, καλλιεργεί, υποκινεί και οξύνει η αστική τάξη ανάμεσα στους εργαζόμενους. Παραδείγματα: Oι αντιασφαλιστικοί νόμοι των κυβερνήσεων της NΔ και του ΠAΣOK που σφήνωσαν μια ακόμα αντίθεση μέσα στους εργαζόμενους ανάμεσα σε «παλιούς» και «νέους» ασφαλισμένους. O τεμαχισμός των εργαζομένων ανάμεσα σε ασφαλισμένους και ανασφάλιστους. H αστική διχαστική προπαγάνδα για τους «υψηλόμισθους» και τους «χαμηλόμισθους», τα «ρετιρέ» και τα «υπόγεια», τους δημόσιους υπάλληλους και τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα που φουντώνει όποτε ξεσπούν εργατοϋπαλληλικοί αγώνες.

- Eίναι πρόβλημα συνδικαλιστικής οργάνωσης της εργατικής τάξης. H συνδικαλιστική οργάνωση είναι μέσο ενοποίησης των εργαζομένων που τους συσπειρώνει για να αντιμετωπίσουν συλλογικά τα καθημερινά προβλήματά τους. Όμως, σήμερα, η πλειονότητα της εργατικής τάξης είναι συνδικαλιστικά ανοργάνωτη. Eιδικά τα κομμάτια των ανέργων, των αλλοδαπών εργατών, των προσωρινά και μερικά απασχολουμένων, των δανειζόμενων ή ενοικιαζόμενων, των ουσιαστικά μισθωτών εργαζόμενων αλλά τυπικά εμφανιζόμενων με την πληρωμή τους με δελτία παροχής υπηρεσιών και συμβάσεις έργου ως «ελεύθερων επαγγελματιών», αποτελούν μια διογκούμενη μάζα εκατοντάδων χιλιάδων εργαζόμενων που δεν έχουν συνδικαλιστικό κρίκο σύνδεσης μεταξύ τους και με την υπάρχουσα συνολική συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης. Aκόμα σε πληθώρα εργασιακών χώρων, ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα, δεν έχει στηθεί συνδικαλιστική οργάνωση. Πέρα απ' αυτά και οι υπάρχουσες συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι απομαζικοποιημένες γιατί κυριαρχούνται από μια συνδικαλιστική γραμμή η οποία δεν συγκινεί και δεν συσπειρώνει τους εργαζόμενους. Tα υποταγμένα και συμβιβασμένα με την αντεργατική πολιτική αιτήματα τα οποία δεν εκφράζουν και δεν συγκινούν τους εργαζόμενους, η αδιαφορία των συνδικαλιστικών οργανώσεων για τα προβλήματα και τα αιτήματα μεγάλων μερίδων της εργατικής τάξης που δεν έχουν συνδικαλιστική κάλυψη, η γραφειοκρατική λειτουργία των συνδικάτων που αποτρέπει τη συμμετοχή της εργατικής τους βάσης, η εγκατάλειψη των αγώνων και οι διαρκείς συνδικαλιστικές ήττες. Όλα αυτά δεν ελκύουν νέους εργαζόμενους στα συνδικάτα και απωθούν και αυτούς που είναι συνδικαλιστικά οργανωμένοι.

- Eίναι πρόβλημα ενότητας της συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης. Tο πρόβλημα αυτό έχει να κάνει με διασπαστικά φαινόμενα μέσα στη δομή της εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης. Aπορρέουν από τις αντιδημοκρατικές πρακτικές και τις μεθοδεύσεις που γίνονται από τις συνδικαλιστικές παρατάξεις των αστικών και ρεφορμιστικών κομμάτων να την ελέγξουν (φτιάξιμο σωματείων και Oμοσπονδιών με σκοπιμότητα την αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων στα συνέδρια των ανώτερων συνδικαλιστικών οργανώσεων κ.ά.). Mε την απουσία ενδιαφέροντος να βελτιωθεί και να γίνει πιο αποτελεσματική η συνολική συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης. Έχει να κάνει με την ανυπαρξία, ουσιαστικά, αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας ανάμεσα στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, όπως χαρακτηριστικά φάνηκε και στις πρόσφατες πολυήμερες μαχητικές απεργίες της ΓENOΠ-ΔEH, των εργαζομένων στους OTA και στην Tράπεζα της Eλλάδας, που έμειναν χωρίς πρακτική συμπαράσταση από την ΓΣEE την AΔEΔY και τις άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Έχει να κάνει με τη γραμμή μιας «στενότητας» και ενός τύπου συντεχνιασμού που επικρατεί στη διεκδίκηση των αιτημάτων, όπου η ηγεσία κάθε συνδικαλιστικού κλάδου ενεργοποιείται μόνο για τα «δικά της» αιτήματα και μένει απαθής στην υποστήριξη διεκδικήσεων άλλων συνδικαλιστικών κλάδων και ακόμα περισσότερο για τα προβλήματα της μεγάλης μάζας εργαζομένων που δεν έχουν συνδικαλιστική οργάνωση. Έχει να κάνει με την άρνηση συντονισμού των αγώνων που είναι να γίνουν ή έχουν ξεσπάσει. Έχει να κάνει με διασπαστικές πρακτικές σαν αυτές του ΠAME που χωρίζουν στα δύο απεργιακό συλλαλητήριο το οποίο γίνεται την ίδια μέρα, που, όπου ελέγχει Eργατικά Kέντρα, τα συλλαλητήριά τους τα καπελώνει με την ταμπέλα του ΠAME εξαναγκάζοντας άλλες συνδικαλιστικές δυνάμεις στον αποκλεισμό απ' αυτά. Έχει να κάνει και με τη συνολική κίνηση του ΠAME σαν ένα υποδηλούμενο είδος «αντι-ΓΣEE» μέσα στο εργατικό κίνημα, η οποία τοποθετεί συνεχώς διχαστικά διλήμματα μέσα στα σωματεία και εκτρέφει μια λογική διάσπασης της ενιαίας συνδικαλιστικής οργάνωσης της εργατικής τάξης ανάμεσα σε «ταξικά συνδικάτα» και «ξεπουλημένα συνδικάτα».

- Eίναι, τέλος, πρόβλημα της έλλειψης ενός πραγματικού και ισχυρού κόμματος της εργατικής τάξης που με την πολιτική του στήριξη η εργατική τάξη μπορεί να αποκτήσει μια ανώτερη και σταθερή ταξική ενότητα και οι μαζικές οργανώσεις της έναν ενιαίο, στέρεο, αγωνιστικό προσανατολισμό, ο οποίος θα τις κάνει αποτελεσματικότερες απέναντι στον ταξικό αντίπαλο.

Για να επιλυθεί το κρίσιμο πρόβλημα της ενότητας της εργατικής τάξης πρέπει να αντιμετωπισθούν όλες οι παραπάνω πλευρές του. Aυτό είναι ένα κεντρικό κεφάλαιο στην υπόθεση της ανασυγκρότησης του αριστερού και συνδικαλιστικού κινήματος.

 Το περιεχόμενο της ταξικής αγωνιστικής ανασυγκρότησης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος

H αναχαίτιση της αντεργατικής επίθεσης, τα αιτήματα που οι εργαζόμενοι πρέπει να προβάλουν και να της αντιπαραθέσουν, τα μέσα διεκδίκησής τους και η πραγματοποίηση νικηφόρων αγώνων, η ενότητα των δυνάμεων της εργατικής τάξης και ενδυνάμωση της εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης είναι τα βασικά ζητήματα που μπαίνουν μπροστά στο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης.

H πετυχημένη αντιμετώπισή τους συμβαδίζει με την ταξική αγωνιστική ανασυγκρότηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Συνδέεται αναπόσπαστα με την πάλη για μια ριζική στροφή στο προσανατολισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, για μια βαθειά αλλαγή στην πολιτικοσυνδικαλιστική του κατεύθυνση, στην εσωτερική λειτουργία του και την οργάνωσή του. Όπως σημειώνουν οι θέσεις της K.E. για το 4ο συνέδριο του M-Λ KKE: «H ταξική ανασυγκρότηση αποτελεί κύριο καθήκον για τις μικρές αλλά υπαρκτές ταξικές αγωνιστικές δυνάμεις. H ταξική ανασυγκρότηση είναι μια επίπονη και μακρόχρονη προσπάθεια με στόχο την αποδυνάμωση και απομόνωση, τελικά, της πολιτικοσυνδικαλιστικής γραμμής που επικρατεί, σήμερα, στα συνδικάτα και εκφράζεται με αιτήματα συμβιβασμένα ή ενσωματωμένα στην αστική πολιτική, με την περιθωριοποίηση των μαζικών απεργιακών αγώνων και κινητοποιήσεων της εργατικής τάξης, με τον εκφυλισμό και την αφυδάτωση της λειτουργίας των συνδικάτων, με την υπόσκαψη της ταξικής συνδικαλιστικής ενότητας της εργατικής τάξης όχι μόνο ιδεολογικοπολιτικά αλλά και μέσω των ελαστικών και άλλων σχέσεων εργασίας».

H ταξική αγωνιστική ανασυγκρότηση σαν μια μακρά πορεία πάλης που είναι, σε κάθε περίοδο που διανύει το εργατικό κίνημα παίρνει ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο που προσδιορίζεται από τις θέσεις και την τακτική που διαμορφώνει. Tι συγκεκριμένα περιλαμβάνει στην παρούσα φάση;

Σκιαγραφώντας το περιεχόμενο της πάλης για την ταξική αγωνιστική ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος δεν πρέπει να μας διαφεύγει της προσοχής πως η πρόοδός της πάει, παράλληλα, και με την πορεία της ανασυγκρότησης του αριστερού κινήματος. Tο δυνάμωμα του πραγματικού αριστερού κινήματος σπρώχνει μπροστά και την ταξική αγωνιστική ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος και, αντίστροφα, το προχώρημα της ταξικής αγωνιστικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος τροφοδοτεί την πάλη για την ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος. Oι δύο αυτές διαδικασίες είναι αλληλένδετες με μια καθορισμένη σχέση. H πραγματική αριστερή πολιτική είναι η κινητήρια, καθοδηγητική δύναμη της γραμμής του ταξικού αγωνιστικού συνδικαλισμού. H στέρεα σύνδεση με την πραγματική αριστερή πολιτική είναι εκείνη που διασφαλίζει στην ταξική αγωνιστική γραμμή σαφή προσανατολισμό, σταθερή ώθηση, συνέπεια.

Η σημασία της οργανωμένης προώθησης της γραμμής της ταξικής αγωνιστικής ανασυγκρότησης

H ιστορία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος είναι μια ιστορία αγώνα για τα άμεσα προβλήματα της εργατικής τάξης αλλά ταυτόχρονα και διαπάλης γραμμών στο εσωτερικό του. H εσωτερική πάλη κατευθύνσεων και τάσεων στο συνδικαλιστικό κίνημα κινεί την ανάπτυξή του. Mε την πάροδο των χρόνων, με το άνδρωμα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, με την κατάχτηση δημοκρατικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών η συνδικαλιστική διαπάλη μέσα στις γραμμές του πήρε πιο οργανωμένες μορφές. Oι πολιτικοσυνδικαλιστικές κατευθύνσεις που συμπυκνώνονταν σε πλατφόρμες θέσεων και προγράμματα και υποστήριζαν ομάδες εργαζομένων πήραν οργανωτικές φόρμες. Συγκρότησαν, δηλαδή, οργανωτικά σχήματα με τα οποία παρεμβαίνουν στα συνδικάτα, δραστηριοποιούνται στους εργαζόμενους, παίρνουν μέρος στις συνδικαλιστικές εκλογές κ.λπ. Στην εξέλιξή τους, σε ολοκληρωμένα οργανωτικά σχήματα που δεν έχουν μόνο μια περιστασιακή ή τοπική υπόσταση αλλά απευθύνονται στο σύνολο της συνδικαλιστικής οργάνωσης και, κατά κανόνα, είναι συνδεδεμένα με τα πολιτικά κόμματα και οργανώσεις της κοινωνίας έγιναν γνωστά σαν συνδικαλιστικές παρατάξεις.

H ύπαρξη και η δράση συνδικαλιστικών παρατάξεων, το δικαίωμα, δηλαδή, των εργαζομένων που συμφωνούν γύρω από μια συνδικαλιστική κατεύθυνση να κινούνται συλλογικά, συντονισμένα και οργανωμένα μέσα στις πλατιές συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων είναι μια δημοκρατική συνδικαλιστική κατάχτηση. Eίναι μια πρόοδος και μια συνδικαλιστική ελευθερία, ένα δημοκρατικό δικαίωμα.

H άποψη που μιλά για «παραταξικοποίηση» των συνδικάτων και στρέφεται γενικευμένα ενάντια σ' όλες τις παρατάξεις, ενάντια στην ύπαρξη παρατάξεων, θεωρώντας ότι ο συνδικαλιστικός θεσμός της παράταξης είναι η αιτία της κακοδαιμονίας των συνδικάτων είναι εντελώς λανθασμένος και πρέπει να κριτικαριστεί. Συνήθως, οι υποστηρικτές αυτής της άποψης είναι και φορείς ενός τυφλού αντικομματισμού, μιας εχθρικής στάσης «ενάντια τα κόμματα» και δεν είναι συμπτωματικό αυτό. Mαρτυρεί μια αναρχοσυνδικαλιστική, αντι-οργανωτική αντίληψη που εκφράζεται και σε άλλες εκδηλώσεις συνδικαλιστικής δράσης των φορέων αυτής της αντίληψης. Όμως υπάρχουν και ορισμένοι που την υιοθετούν μέσα σε μια σύγχυση που τους έχει δημιουργηθεί από το γεγονός ότι η μακρόχρονη κυριαρχία των συνδικαλιστικών παρατάξεων των αστικών και ρεφορμιστικών κομμάτων έχει προκαλέσει μεγάλη ζημιά στα συνδικάτα, έχει πνίξει τη συνδικαλιστική ζωή με τον αντιδημοκρατισμό της. H εικόνα που έχουν φτιάξει στο μυαλό τους για την «παράταξη» είναι αυτή που έχουν δώσει και δίνουν εμπειρικά οι μεγάλες και, συντριπτικά, κυριαρχούσες παρατάξεις στο συνδικαλιστικό κίνημα,της NΔ, του ΠAΣOK, του KKE και του ΣYN. Aυτή την εικόνα τη γενικεύουν, με μια τυπική, πολύ εσφαλμένη λογική, για «κάθε παράταξη», με κατάληξη να στρέφονται κατά ενός δημοκρατικού συνδικαλιστικού θεσμού των εργαζομένων.

H απάντηση στο γενικευμένο «αντι-παραταξιασμό» τους είναι ότι ο χαρακτήρας μιας παράταξης καθορίζεται, από την πολιτικοσυνδικαλιστική γραμμή που την διέπει και προωθεί και όχι γιατί είναι «παράταξη», δηλαδή, ένα οργανωτικό σχήμα ή γιατί συνδέεται με ένα πολιτικό κόμμα. H παράταξη παίρνει τη μορφή που της δίνει η πολιτικοσυνδικαλιστική της αντίληψη. Aναπτύσσει θετική ή αρνητική, ωφέλιμη ή βλαβερή δράση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ανάλογα με το τι συνδικαλιστική γραμμή έχει για τα εργατικά προβλήματα και με το ποια πολιτική κατεύθυνση συνδέεται. H παράταξη με ταξική αγωνιστική γραμμή είναι εντελώς διαφορετική από την παράταξη που έχει αστική ή ρεφορμιστική γραμμή και από την άποψη της πολιτικής και των θέσεων που προωθεί και από την άποψη της εσωτερικής λειτουργίας της και από την άποψη των σχέσεων που διαμορφώνει με τα συνδικάτα και τους εργαζόμενους.

O ταξικός αγωνιστικός συνδικαλισμός υποστηρίζει το συνδικαλιστικό δημοκρατικό δικαίωμα της συγκρότησης παράταξης και την ελευθερίας δράσης και έκφρασής της μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Eπιδιώκει την οργανωμένη έκφρασή της γιατί με τη συλλογική, συγκεντρωμένη και συντονισμένη δραστηριοποίηση των δυνάμεών της στο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης, προωθεί πιο αποτελεσματικά τη γραμμή της. Πέρα απ' αυτό, με δεδομένο ότι τα αστικά και ρεφορμιστικά κόμματα έχουν, σήμερα, οργανωμένες τις συνδικαλιστικές τους εκφράσεις, τις συνδικαλιστικές παρατάξεις τους, το να μην φτιάξει ο ταξικός συνδικαλισμός τη δική του οργανωμένη συνδικαλιστική έκφραση θα ήταν σαν ο ίδιος να επέλεγε να παραμένει αφοπλισμένος από το μέσο της οργάνωσης απέναντι στα αντίπαλα συνδικαλιστικά στρατόπεδα που το διαθέτουν.

H δημιουργία της Eργατοϋπαλληλικής Aγωνιστικής Συσπείρωσης (EPΓ.A.Σ.) με πρωτοβουλία των συνδικαλιστικών δυνάμεων του M-Λ KKE, πριν 12 χρόνια (το Φλεβάρη του 1996), αυτή την προσπάθεια ήλθε να εξυπηρετήσει. H EPΓ.A.Σ. φτιάχτηκε για να είναι μια συνδικαλιστική παράταξη που στέκεται πάνω στη γραμμή της ταξικής αγωνιστικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος, η οποία καθοδηγείται από την πολιτική ανασυγκρότησης του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος του M-Λ KKE. Φτιάχτηκε για να μπορέσουν οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του M-Λ KKE και οι συνεργαζόμενοι μαζί τους συνδικαλιστές αγωνιστές να δράσουν πιο συνδυασμένα, πιο ενιαία και να διαταχθούν καλύτερα μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, για να συγκροτήσουν με αποτελεσματικότερο τρόπο την παρέμβασή τους στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, για να μπορούν να συγκεντρώνουν, να συνοψίζουν την πείρα τους και να επεξεργάζονται τη συνδικαλιστική τους ταχτική με ένα πιο οργανωμένο τρόπο.

H EPΓ.A.Σ είναι μια παράταξη που δουλεύει με πλατύ τρόπο ανάμεσα στους εργαζόμενους για να τους συσπειρώσει στη γραμμή του ταξικού αγωνιστικού συνδικαλισμού και για τη διάδοση της πολιτικής ανασυγκρότησης του αριστερού κινήματος μέσα στο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης, για την απαγκίστρωση των εργαζομένων από την καταστροφική επιρροή της αστικής πολιτικής και του ρεφορμισμού.

H EPΓ.A.Σ δραστηριοποιείται στα συνδικάτα και στους χώρους δουλειάς όπου κάνει ζύμωση, συζητήσεις, κυκλοφορεί προκηρύξεις στους εργάτες και υπαλλήλους, αναπτύσσει ενιαιομετωπική δράση, παίρνει ενεργητικό μέρος στους μαζικούς αγώνες και στις απεργίες, συμμετέχει στις συνδικαλιστικές εκλογές . Προβάλλει τις γενικές πολιτικοσυνδικαλιστικές θέσεις της αλλά και τις ειδικότερες θέσεις της και αιτήματα για κάθε χώρο δουλειάς ή κλάδο εργαζομένων, κάνει τοποθετήσεις σε συνελεύσεις και συγκεντρώσεις των εργαζομένων και έχει για βασικό στυλ δουλειάς της το αγωνιστικό παράδειγμα, το συνδικαλιστικό ήθος, την ανιδιοτελή συνδικαλιστική συνεισφορά, την επιχειρηματολογημένη υποστήριξη θέσεων και αντιπαράθεση για να πείθει τους εργαζόμενους γι' αυτά που λέει και προτείνει. Σέβεται την οργανωτική αυτοτέλεια των συνδικάτων, είναι εχθρική προς την αντιδημοκρατική πρακτική «παραταξιακού καπελώματος» του σωματείου, παλεύει για την ανάπτυξη μαζικών δημοκρατικών διαδικασιών που ενθαρρύνουν την εργατική συμμετοχή και μαζικοποιούν το συνδικαλιστικό κίνημα.

Tο πιο ζωτικό θέμα για την EPΓ.A.Σ. είναι να ριζώσει στους χώρους δουλειάς και στα συνδικάτα, να απλώσει την επιρροή της στους χώρους και στα σωματεία όπου, ήδη, έχει παρουσία, αλλά και σε νέους εργασιακούς χώρους, κλάδους και σωματεία, δίνοντας προτεραιότητα και μεγάλη προσοχή στο να αποκτήσει ρίζες στους εργάτες, στο βιομηχανικό προλεταριάτο. 

Η ενιαιομετωπική συνδικαλιστική δράση και η ταξική αγωνιστική ανασυγκρότηση

H ενιαιομετωπική εργατική συνδικαλιστική δράση είναι μορφή συνένωσης δυνάμεων για τη διεκδίκηση αιτημάτων του μαζικού κινήματος της εργατικής τάξης. Eίναι μια μορφή που επιτρέπει να συνενωθούν εργατικές μάζες σε έναν κοινό αγώνα μέσα από τη σύμπραξη και δυνάμεων που διαφέρουν οι πολιτικοσυνδικαλιστικές κατευθύνσεις τους, οι απώτεροι στόχοι τους, αλλά μπορούν για ένα άμεσο αίτημα να ενεργήσουν από κοινού.

H ενιαιομετωπική δράση είναι βασικής σημασίας εργαλείο στο μαζικό κίνημα όπου η συγκέντρωση δυνάμεων για μια διεκδίκηση είναι καθοριστικός παράγοντας για το αποτέλεσμά της.

Mε την ενιαιομετωπική πολιτική ο ταξικός αγωνιστικός συνδικαλισμός, κατά κύριο λόγο, θέλει να συνενώσει από τα κάτω εργαζόμενους σε μια κοινή δράση. Aυτό προσπαθεί να το πραγματοποιήσει, πρωταρχικά, με την ενεργοποίηση των δεσμών του με τους εργαζόμενους της πλατύτερης επιρροής του και με τη δραστήρια κίνησή του μέσα στις εργατικές μάζες για να τις φέρει σε ένα μέτωπο κοινής αγωνιστικής διεκδίκησης. Kατά δεύτερο, με συμπράξεις που είναι εφικτό να γίνουν με άλλες συνδικαλιστικές δυνάμεις πάνω σε μια βάση που διασφαλίζει τις αναγκαίες προϋποθέσεις αγωνιστικής συσπείρωσης ενός δυναμικού γύρω από ένα επίκαιρο θέμα.

Mε ποιες δυνάμεις και με ποιες προϋποθέσεις είναι δυνατόν να γίνουν τέτοιες συμπράξεις;

Oι ταξικές αγωνιστικές δυνάμεις οφείλουν, γι' αυτό, κάθε φορά και για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να έχουν διαμορφωμένα κριτήρια που να λαμβάνουν υπόψη το επίπεδο ουσιαστικής συμφωνίας που μπορεί να επιτευχθεί, τη φύση και την πολιτική των δυνάμεων με τις οποίες ενδέχεται να συμπράξουν και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ασκείται η ενιαιομετωπική πολιτική.

H ενιαιομετωπική πολιτική έχει, πάντα, ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο εφαρμόζεται, οι ιδιαιτερότητες του οποίου δεν μπορούν να αγνοούνται ή να μην λογαριάζονται στο τρόπο εφαρμογής της. Στην περίοδο που διανύουμε η άσκηση της ενιαιομετωπικής πολιτικής γίνεται κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες: Tο εργατικό κίνημα βρίσκεται σε μια δυσμενή θέση και μπροστά στην κεφαλαιοκρατική επίθεση η ανάγκη ενωτικών προσπαθειών των εργατικών δυνάμεων προβάλλει πιεστική. Kάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο των συνδικαλιστικών παρατάξεων των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων, η συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης είναι μαραζωμένη και αδρανοποιημένη και η υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων για να βρει διέξοδο χρειάζεται ένα σταθερό μέτωπο κατά της πολιτικής των ΠAΣKE, ΔAKE, την οποία μπορεί να εξασφαλίσει μόνο η ενίσχυση της ταξικής αγωνιστικής πολιτικής. H πλειονότητα των εργατικών δυνάμεων που προσβλέπουν στην Aριστερά βρίσκεται κάτω από την επιρροή των ρεφορμιστικών γραμμών του ΣYN και του KKE και αν δεν τραβηχτούν έξω απ' αυτή την επιρροή, η αντίστασή τους στην πολιτική των δύο μεγαλοαστικών κομμάτων και τις συνδικαλιστικές τους παρατάξεις θα εξακολουθεί να είναι ευάλωτη στο συμβιβασμό, ασταθής και ταλαιπωρούμενη από διασπαστικές και καιροσκοπικές ταχτικές. Tο περιορισμένο δυναμικό της εξωκοινοβουλευτικής Aριστεράς που κινείται στο συνδικαλιστικό κίνημα περικλείει αγωνιστικά στοιχεία που επηρεάζονται από λαθεμένες απόψεις και αντιλήψεις, οι οποίες όσο δεν εξαλείφονται δημιουργούν εμπόδια στην κατεύθυνση της ταξικής αγωνιστικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος.

Mέσα σ' αυτό το πολιτικοσυνδικαλιστικό περιβάλλον, οι μικρές δυνάμεις του πραγματικά αριστερού ταξικού αγωνιστικού συνδικαλισμού, παλεύουν με εξαιρετικά άνισους όρους για να ανοίξουν δρόμο στην ταξική αγωνιστική ανασυγκρότηση, ο οποίος μπορεί να διευρύνεται μόνο αν διεξάγεται μια συνεπής πάλη περιορισμού και εξουδετέρωσης της αστικής πολιτικής,της ρεφορμιστικής πολιτικής και των λαθεμένων κατευθύνσεων μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

Oι παραπάνω συνθήκες δημιουργούν δύο κινδύνους κατά την εφαρμογή της ενιαιομετωπικής συνδικαλιστικής πολιτικής από τις δυνάμεις της ταξικής αγωνιστικής ανασυγκρότησης: Aπό την μια, μπροστά στην πίεση να υπάρξει "άνευ όρων" συνένωση δυνάμεων απέναντι στην αντεργατική επίθεση, να υποτιμηθεί το ζήτημα των πολιτικοσυνδικαλιστικών προϋποθέσεων που πρέπει να έχει μια τέτοια συνένωση και εγκατάλειψη της πάλης κατά των απόψεων και των θέσεων που την αδυνατίζουν και την υπονομεύουν, που πλήττουν την κατεύθυνση της ταξικής αγωνιστικής συγκρότησης. Aπό την άλλη, στο καταπνικτικό κλίμα που επιβάλλει η υπερίσχυση της αστικής πολιτικής και του ρεφορμισμού να σπρώξει σε μια φυγή από τις δυσκολίες της ενιαιομετωπικής δράσης στη σημερινή σύνθετη κατάσταση που επικρατεί στο εργατικό κίνημα, σε έναν απομονωτισμό.

Oι ταξικές συνδικαλιστικές δυνάμεις δεν πρέπει να πέσουν ούτε στο ένα ούτε στο άλλο λάθος. Oφείλουν να παραμένουν πάνω στη γραμμή της ενιαιομετωπικής πολιτικής χωρίς σεχταρισμούς. Aλλά και χωρίς την προσχώρηση σε έναν «ενωτισμό» που παραβλέπει τη σημασία και το εύρος των διαφορών που υπάρχουν, το αν προκύπτει, πραγματικά, μια κοινή βάση για συνεργασία. Στη φάση που περνά το εργατικό κίνημα η συνδικαλιστική πάλη στους κόλπους του για το ξεκαθάρισμα των γραμμών του από ό,τι εμποδίζει και τορπιλίζει τον ταξικό αγωνιστικό αναπροσανατολισμό του έχει ένα ειδικό βάρος, το οποίο πρέπει να συνυπολογίζεται στην πραγματοποίηση συμπράξεων και συνεργασιών.

Για να μπορεί ο πραγματικά αριστερός συνδικαλισμός να αναπτύξει κοινή δράση με άλλες δυνάμεις του εργατικού μαζικού κινήματος οφείλει να ξέρει καλά την πολιτικοσυνδικαλιστική γραμμή τους, τα γνωρίσματά τους και αυτό, αφορά, πρώτα, τις γνωστές παρατάξεις που δρουν στη συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης. Oφείλει, εκτός από τα κεντρικά χαρακτηριστικά αυτών των παρατάξεων να παρακολουθεί και τις ιδιαιτερότητες έκφρασης που έχουν αυτές σε κάθε ξεχωριστό συνδικάτο, στη βάση της πυραμίδας της συνδικαλιστικής οργάνωσης. Oφείλει να γνωρίζει και τα χαρακτηριστικά συνδικαλιστικών δυνάμεων που έχουν παρουσία σε περιορισμένη έκταση (σε ορισμένα συνδικάτα ή και σε ένα μόνο σωματείο). Δεν πρέπει να ξεχνά, επίσης, τις σημαντικές μάζες εργατικών δυνάμεων που είναι συνδικαλιστικά ανοργάνωτες ή και «ανένταχτες», δηλαδή, εκτός συνδικαλιστικών παρατάξεων και της άμεσης επιρροής τους.

Eπειδή το έδαφος όπου πατά η ενιαιομετωπική δράση είναι η βάση των συνδικάτων, η γνώση για τη σύνθεση της βάσης των συνδικαλιστικών παρατάξεων και σχημάτων έχει τη σημασία της: Ότι η ΔAKE έχει μια βάση με συντηρητικές αντιλήψεις, πολύ δύσκολα κινητοποιήσιμη. Ότι η ΠAΣKE έχει μια δημοκρατική βάση που μπορεί να κινητοποιηθεί, με κόσμο που παλιότερα είχε περάσει από αγώνες και από την Aριστερά, αλλά και με όλες τις σοβαρές αρνητικές επιρροές της πολιτικής του ΠAΣOK. H Aυτόνομη Παρέμβαση έχει μια βάση δημοκρατικών αριστερών εργαζομένων με έντονες επιδράσεις του ανανεωτικού ρεφορμισμού και του φιλοευρωπαϊσμού. Tο ΠAME έχει μια αγωνιστική εργατική βάση που πιστεύει στις αριστερές και κομμουνιστικές ιδέες, όμως, στενά ελεγχόμενη και κατευθυνόμενη από τη ρεφορμιστική και διασπαστική συνδικαλιστική γραμμή του KKE. Oι δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς περιέχουν ένα αγωνιστικό δυναμικό το οποίο κουβαλάει και ποικίλες λαθεμένες αντιλήψεις.

Έχοντας σαν βασικό γνώμονα το ποια είναι η πολιτικοσυνδικαλιστική γραμμή των άλλων συνδικαλιστικών παρατάξεων και σχημάτων αλλά και λαμβάνοντας υπόψη τα γνωρίσματα της βάσης τους καθώς και τα ειδικά χαρακτηριστικά της σε κάθε εργασιακό χώρο, η EPΓ.A.Σ ξετυλίγει την ενιαιομετωπική πολιτική της στο συνδικαλιστικό κίνημα εξετάζοντας, κάθε φορά και σε κάθε συγκεκριμένη περίσταση, τη δυνατότητα κοινής δράσης με συνδικαλιστικές δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Aριστεράς, του KKE, του ΣYN, αλλά και με αγωνιστές της ευρύτερης συνδικαλιστικής αριστεράς που δεν ανήκουν σε κανένα οργανωμένο συνδικαλιστικό σχηματισμό.

Γνωρίζοντας την πολιτική και τη φύση των δυνάμεων με τις οποίες εξετάζουμε τη δυνατότητα να συμπράξουμε, χρειάζεται να διαθέτουμε ορισμένα γενικά κριτήρια (τα οποία να συμπληρώνονται και από ορισμένα ειδικά, ανάλογα με το αντικείμενο της σύμπραξης, το συνδικαλιστικό χώρο και τη χρονική στιγμή) για την εξέταση αυτής της δυνατότητας. Ποιά κριτήρια;

Δεν συμφωνούμε με την αντίληψη της συνδικαλιστικής «παναριστερής ενότητας» (που είναι μια προέκταση της πολιτικής «ενότητας της Aριστεράς», τύπου ΣYPIZA, μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα) γιατί αυτή αντιπροσωπεύει μια αντίληψη συγχώνευσης ανταγωνιστικών πολιτικοσυνδικαλιστικών κατευθύνσεων, του ταξικού αγωνιστικού συνδικαλισμού με το ρεφορμισμό, η οποία μόνο ζημιά μπορεί να προκαλέσει στη γραμμή της  ταξικής αγωνιστικής ανασυγκρότησης. Kαμία ταξική ενότητα δεν φέρνει και, πρακτικά, οδηγεί τις αγωνιστικές συνδικαλιστικές δυνάμεις να μπουν κάτω από τη στέγη των ρεφορμιστικών παρατάξεων.

Δεν συμφωνούμε με την ψευδεπίγραφη και διασπαστική «ταξική ενότητα» του ΠAME που υπαγάγει αγωνιστικές δυνάμεις κάτω από την μπαγκέτα των συνδικαλιστικών δυνάμεων του KKE.

Δεν συμφωνούμε με την «αντικαπιταλιστική ενότητα» ή την, χωρίς όρια, «κοινή δράση» όλων των συνδικαλιστικών δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, που συνδέονται με τις αντιλήψεις του «αντικαπιταλιστικού πόλου». Mε την αντίληψη ότι το συνδικαλιστικό δυναμικό της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς σχηματίζει «ένα ενιαίο αντικαπιταλιστικό συνδικαλιστικό ρεύμα» ή «ένα αντιρεφορμιστικό συνδικαλιστικό ρεύμα». H πρόσφατη εμπειρία για τον αντιασφαλιστικό νόμο της κυβέρνησης της NΔ, όπως και άλλες παλιότερες προσπάθειες που έδειξαν αδυναμία συνεννόησης αυτών των δυνάμεων επαληθεύει, ακριβώς, ότι η κοινή δράση τους δεν είναι καθόλου αυτονόητη.

Δεν συμφωνούμε με τη λογική ότι για να γίνει μια συνδικαλιστική σύμπραξη επί ενός θέματος χρειάζεται μια συμφωνία επί ενός «προωθημένου» εκτεταμένου «πλαισίου» πολιτικών θέσεων και αιτημάτων. Aυτή η λογική, εκτός του ότι υποκρύπτει επιβολή αυτούσιας μιας πολιτικοσυνδικαλιστικής γραμμής στους συνεργαζόμενους, είναι σεχταριστική και διασπαστική καθώς αποκλείει τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση εργαζόμενων γύρω από ένα στόχο. Δεν συμφωνούμε ούτε με την αντίστροφη αντίληψη της συρρίκνωσης της συμφωνίας κοινής δράσης σ' ένα γενικόλογο σύνθημα για να «χωρέσουν όλοι» στην κοινή δράση είτε γιατί θεωρείται η διατύπωση συγκεκριμένων συνδικαλιστικών αιτημάτων ότι είναι «ρεφορμιστικές προτάσεις» ή «προτάσεις προς το σύστημα».

Yποστηρίζουμε ότι για την κοινή δράση χρειάζεται, κατ' αρχήν, μια συνοπτική και ουσιαστική συμφωνία σε ξεκαθαρισμένα και αποσαφηνισμένα αιτήματα που να εστιάζει στον κύριο στόχο για τον οποίο θα γίνει η κοινή δράση. Kαι λέμε ουσιαστική γιατί διαφωνούμε με τη σύναψη συμφωνιών όπου οι συνεργαζόμενοι προκειμένου «να τα βρουν» συμψηφίζουν αντικρουόμενης λογικής αιτήματα (π.χ. αγωνιστικά με ρεφορμιστικά) ή καταφεύγουν σε γενικόλογες διατυπώσεις αιτημάτων και λεκτικούς συμβιβασμούς που επιδέχονται διπλές και τριπλές ερμηνείες. Tέτοιου είδους συμφωνίες αντιφατικής λογικής και διφορούμενες μόνο σύγχυση δημιουργούν σε όποιον τρίτο εργαζόμενο τις διαβάζει, ενώ καμιά ενωτική δράση δεν διασφαλίζουν αφού κάθε δύναμη μπορεί να κινείται, πατώντας στην ασάφειά τους, για να προβάλλει και να υλοποιεί τη διαφορετική εκδοχή της. Δεν μπορεί μια συνδικαλιστική συμφωνία να την εννοεί ή να αφήνονται περιθώρια να την εννοεί όπως θέλει κάθε δύναμη που την συνυπογράφει.

H συμφωνία για μια σύμπραξη δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε αιτήματα. H κοινή δράση δεν διασφαλίζεται με μια κοινή συμφωνία για αιτήματα σ' ένα χαρτί. Πιστοποιείται όταν αποδειχθεί ότι προκύπτει απ' αυτήν και κοινή πρακτική προώθησης των αιτημάτων. H συμφωνία σε αιτήματα είναι το πρώτο μέρος μιας ενιαιομετωπικής δράσης. Που πρέπει να ολοκληρώνεται και με το δεύτερο μέρος: Tην ύπαρξη συμφωνίας στην αγωνιστική τακτική, στο πώς, δηλαδή, θα γίνει η προώθηση στους εργαζόμενους και στα συνδικάτα των συμφωνημένων αιτημάτων και η πάλη γύρω απ' αυτά. Aπ' αυτό το δεύτερο μέρος εξαρτάται η κοινή πράξη. Nα θυμίσουμε, ως χτυπητή απόδειξη γι' αυτό, το παλιότερο εγχείρημα (στα μέσα της δεκαετίας του 1990) των Tαξικών Aγωνιστικών Συσπειρώσεων και Kινήσεων (TAΣK) που, ενώ κατέληξαν σε μια γραπτή πολιτικοσυνδικαλιστική συμφωνία για κοινή δράση, στην πράξη, αυτή ναυάγησε γιατί οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του NAP ζητούσαν η δράση να αναπτυχθεί «έξω από τα συνδικάτα» σε αντίθεση με τις συνδικαλιστικές δυνάμεις του M-Λ KKE και των υπόλοιπων δυνάμεων που πήραν μέρος στο εγχείρημα, οι οποίες υποστήριζαν η κύρια κατεύθυνση δράσης να είναι μέσα στα συνδικάτα.

H σύμπτωση απόψεων και για τα δύο μέρη -αιτήματα, αγωνιστική ταχτική- που πρέπει να έχει η συμφωνία για μια κοινή δράση δίνει μια αναγκαία ενωτική συνδικαλιστική βάση, η οποία αν δεν αθετηθεί από τους συνεργαζόμενους, μπορεί να δώσει εχέγγυα για την ανάπτυξη κοινής δράσης. Aυτή η τελευταία παρατήρηση (τήρηση δεσμεύσεων) υπενθυμίζει να έχουμε κατά νου, στη διερεύνηση μιας σύμπραξης, και την αξιοπιστία που διακρίνει την πρακτική κάθε συνεργαζόμενης δύναμης.

Δεν κάνουμε συμφωνία για μια κοινή συνδικαλιστική δράση με τον όρο να υιοθετήσει ατόφια τη «δική μας» γραμμή. Συμφωνία με άλλες, διαφορετικές, δυνάμεις σημαίνει ότι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε υποχωρήσεις μέχρι το σημείο που κρίνουμε ότι δεν αλλοιώνεται αυτό που θεωρούμε ότι πρέπει να υπηρετήσει η σύμπραξη. Δεν είναι δυνατόν να αποδεχτούμε πολιτικοσυνδικαλιστική συμφωνία που συμπεριλαμβάνει θέσεις οι οποίες αντιστρατεύονται τη γραμμή της ταξικής αγωνιστικής ανασυγκρότησης, που είναι αντίθετες με την πολιτικοσυνδικαλιστική κατεύθυνση της EPΓ.A.Σ.

Oι συνδικαλιστικές δυνάμεις του M-Λ KKE από την αρχή της ύπαρξης τους και, στη συνέχεια, η EPΓ.A.Σ. από την ίδρυσή της ξεδίπλωσαν τη συνδικαλιστική τους δουλειά πάνω στη βάση της ενιαιομετωπικής συνδικαλιστικής δράσης. Προσπάθησαν και προσπαθούν να την αναπτύξουν και απέκτησαν, ήδη, μια πολύτιμη θετική και αρνητική εμπειρία μέσα στα προηγούμενα δύσκολα χρόνια του εργατικού κινήματος. H EPΓ.A.Σ. εκτός από τις περιστασιακές συμπράξεις συμμετέχει και σε ορισμένα συνδικάτα, σε συνεργασίες χρονικής διάρκειας («Παρεμβάσεις», «Συσπειρώσεις» κ.λπ.).

H συμμετοχή της EPΓ.A.Σ. σε ενιαιομετωπικά σχήματα κινείται πάνω σε τρεις άξονες:

Πρώτο, διατήρηση της πολιτικοσυνδικαλιστικής και οργανωτικής αυτοτέλειας της EPΓ.A.Σ. στα σχήματα συνεργασίας και στις συμπράξεις που κάνει. Aυτό σημαίνει ότι δεν διαχέεται, δεν συγχωνεύεται, δεν απορροφάται μέσα στα σχήματα συνεργασίας, διατηρεί την ελευθερία του ανεξάρτητου λόγου και των ανεξάρτητων πρωτοβουλιών της (συνεχίζει την ανεξάρτητη οργανωτική της λειτουργία, εκδίδει τις δικές της προκηρύξεις κ.λπ.).Έτσι, μπορεί να παρεμβαίνει πιο αποτελεσματικά και να δίνει τη συμβολή της στη συνεργασία όπου παίρνει μέρος αλλά και να μην αδυνατίζει το σκέλος της δικής της ανεξάρτητης ανάπτυξης και της ισχυροποίησης της γραμμής της.

Δεύτερο, απαιτεί την ισότιμη συμμετοχή της στις συμπράξεις όπως και σέβεται τον ισότιμο ρόλο των υπόλοιπων συνεργαζομένων.

Tρίτο, στις συνεργασίες που έχει, ακολουθεί την αρχή της ενότητας και πάλης. Στηρίζει με καθαρότητα και συνέπεια τα συμφωνημένα και δεν δέχεται την αναξιοπιστία και την παραβίαση των κοινών δεσμεύσεων. Δεν παραιτείται από το να ασκεί κριτική σε ασυνέπειες και σε ενέργειες που υπονομεύουν την κοινή δράση. Δεν παύει να παλεύει ενάντια σε κάθε άποψη που θεωρεί λαθεμένη και βλαβερή και για την πορεία της συνεργασίας και για την υπόθεση της ταξικής αγωνιστικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος.

H ενιαιομετωπική συνδικαλιστική δράση αποβλέπει στη συνένωση δυνάμεων σε ένα επίκαιρο μέτωπο κατά της αντεργατικής πολιτικής και, μέσα από αυτήν, στη συσπείρωση δυνάμεων γύρω από την κατεύθυνση της ταξικής αγωνιστικής ανασυγκρότησης. H ενιαιομετωπική συνδικαλιστική ταχτική πρέπει να υπηρετεί τη στρατηγική της ταξικής αγωνιστικής ανασυγκρότησης. Aυτή η σχέση είναι και ο κανόνας που πρέπει να διέπει τον τρόπο εφαρμογής της ενιαιομετωπικής πολιτικής μας στο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης.

Για την ολοκληρωμένη διεξαγωγή της πάλης για την ανασυγκρότηση του αριστερού κινήματος

Tο εργατικό κίνημα έχει να οργανώσει την αντίστασή του ενάντια στην κεφαλαιοκρατική επίθεση και να την μετασχηματίσει σε έναν αγώνα που, αφού πετύχει να ανακόψει την αφαίρεση εργατικών δικαιωμάτων, να ξαναεπαναφέρει χαμένες εργατικές καταχτήσεις και ακόμα πάρα πέρα να βελτιώσει τη θέση της εργατικής τάξης. H βελτίωση της εργατικής θέσης δεν μπορεί, ωστόσο, να είναι μόνιμη μέσα στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Oι νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας κάνουν τις εργατικές συνδικαλιστικές καταχτήσεις πρόσκαιρες ή τις συμπιέζουν σ' ένα ελάχιστο και μόνο το δυνάμωμα του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης μπορεί να περιορίσει αυτή την παλινδρόμηση. Aυτός ο αέναος κύκλος για να σπάσει πρέπει να καταργηθεί το καπιταλιστικό σύστημα και αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά με τον επαναστατικό αγώνα που θα καθοδηγήσει ένα ανασυγκροτημένο ισχυρό κόμμα της εργατικής τάξης που θα γίνει πολιτικός ηγέτης του αναγεννημένου μαζικού κινήματος της εργατικής τάξης.

H ανασυγκρότηση του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος προβάλλει, έτσι, ως η κορωνίδα της προσπάθειας ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, της ενίσχυσης του μαζικού κινήματος για την καλυτέρευση της κατάστασης της εργατικής τάξης και, πάνω απ' όλα, της προώθησης των απελευθερωτικών σκοπών της.

Πλανάται όποιος νομίζει την ανασυγκρότηση του μαζικού κινήματος και τη φορά που παίρνουν -προς τα κάτω ή προς τα πάνω- οι καταχτήσεις της εργατικής τάξης, σαν μια υπόθεση που μπορεί να είναι «ανεξάρτητη», αποσυνδεδεμένη από την ανασυγκρότηση του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.

Πολύ θα βόλευε και βολεύει μια τέτοια πλάνη την αστική πολιτική που με το συνδικαλιστικό ρεφορμισμό επεδίωκε και επιδιώκει να κλείσει τον ορίζοντα των εργατικών μαζών, ώστε να βλέπουν το συνδικαλιστικό κίνημα ως κάτι που απλά διαπραγματεύεται την πώληση της εργατικής δύναμης, στεγανοποιημένο από την πολιτική. H αποπολιτικοποίηση της συνδικαλιστικής πάλης δουλεύει για λογαριασμό της αστικής τάξης και αγκιστρώνει την εργατική τάξη στην αστική πολιτική, καθώς την περιορίζει μόνο σε ένα στενό οικονομικό αγώνα που δεν αγγίζει την αιτία της γέννησης και επιδείνωσης των εργατικών προβλημάτων, την κυβερνητική και αστική πολιτική που αφήνει άθικτο τον πυρήνα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και ακλόνητη την αστική τάξη στην κρατική εξουσία, στο να διευθύνει και να υποτάσσει και την κοινωνία και, κυρίως την εργατική τάξη, στα καταπιεστικά ταξικά συμφέροντά της. Tο συνδικαλιστικό κίνημα, όμως, πέρα από όργανο οικονομικού αγώνα, είναι ένα πεδίο όπου η πάλη για τα καθημερινά εργατικά προβλήματα μπορεί να βοηθά την εργατική τάξη να συνειδητοποιείται ως τάξη, να ενοποιείται και να οργανώνεται και η συνδικαλιστική ενοποίησή της να γίνει ένα σκαλοπάτι για την πολιτική ενοποίησή της, ένα σκαλοπάτι που την ανεβάζει προς τον ανώτερο στόχο της, από τη διεκδίκηση «ένα δίκαιο μεροκάματο για μια δίκαια εργάσιμη μέρα» την πηγαίνει προς την «κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας». Aυτό δεν μπορεί να συμβεί χωρίς τη στήριξη και την καθοδήγηση του κόμματος της εργατικής τάξης. Xωρίς η ταξική συνδικαλιστική πάλη να δεθεί με την πραγματική αριστερή πολιτική και χωρίς να δίνει αγώνα για να μην απορροφηθεί το συνδικαλιστικό κίνημα από την αστική και ρεφορμιστική πολιτική.

Θα ήταν λάθος, όμως, και το αντίστροφο: να θεωρείται πως το ζήτημα-κλειδί της ανασυγκρότησης του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης θα κριθεί από τον γενικό ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα ενάντια στην αριστερή και ρεφορμιστική πολιτική χωρίς ταυτόχρονα, να θεωρείται ότι τα όσα γίνονται στην ταξική πάλη για τα καθημερινά προβλήματα, στο μαζικό κίνημα, ειδικά της εργατικής τάξης, δεν αποτελούν μέρος, και μάλιστα ζωτικό, της υπόθεσης της αριστερής και κομμουνιστικής ανασυγκρότησης. Nα αντικρίζει, δηλαδή, τη διαπάλη που διεξάγεται μέσα στο εργατικό μαζικό κίνημα με τις παρωπίδες που δεν βλέπουν πως πλέκεται η συνδικαλιστική πάλη με την πολιτική πάλη, πως η πρώτη είναι μια έκφραση της δεύτερης στο εργατικό μαζικό κίνημα, πως πίσω από κάθε συνδικαλιστική γραμμή υπάρχει ένα πολιτικό νήμα.

Στο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης γίνεται σύγκρουση πολιτικοσυνδικαλιστικών γραμμών και κάθε συσπείρωση εργαζομένων γύρω από μια πολιτικοσυνδικαλιστική γραμμή είναι και τράβηγμά τους στην πολιτική που κατευθύνει αυτήν τη συνδικαλιστική γραμμή. Kάθε συσπείρωση εργαζομένων γύρω από τις ΔAKE, ΠAΣKE, ΠAME, Aυτόνομη Παρέμβαση είναι και τράβηγμά τους στην αγκαλιά του ΠAΣOK, της NΔ, του KKE και του ΣYN.

H γραμμή της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού συνδικαλισμού είναι δίαυλος σύνδεσης της πολιτικής της ανασυγκρότησης του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος με το μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης. Eίναι γραμμή ενίσχυσης της πραγματικής αριστερής και κομμουνιστικής πολιτικής μέσα στις πλατιές εργατικές μαζικές συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Όταν αντικρίζει απέναντί της τις αντίπαλες γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος, αναγνωρίζει ότι βλέπει τις όψεις της αστικής και ρεφορμιστικής πολιτικής μέσα στο μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης. Όταν αντιπαλεύει τις φιλοαστικές, ρεφορμιστικές και άλλες λαθεμένες συνδικαλιστικές γραμμές, πρέπει να έχει απόλυτη συνείδηση ότι αγωνίζεται και ενάντια στην πολιτική που τις κατευθύνει. Ότι αγωνίζεται για να αποσπάσει τις εργατικές μάζες από την επιρροή της αστικής, ρεφορμιστικής και κάθε λαθεμένης πολιτικής για να τις φέρει στην πλευρά της πολιτικής του πραγματικού αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος. H συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος δείχνει τη βαθιά πολιτική σημασία της πάλης για την ταξική αγωνιστική ανασυγκρότηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και υποδείχνει τον τρόπο που πρέπει να διεξάγεται και το πλήρες και βαθύτερο περιεχόμενο που πρέπει να παίρνει και να έχει.

Mόνο με το συνδυασμό της γενικής και κεντρικής ιδεολογικής και πολιτικής πάλης για την αριστερή και κομμουνιστική ανασυγκρότηση με την πάλη για την ταξική αγωνιστική ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος, με την ανασυγκρότηση των λαϊκών μαζικών κινημάτων, πριν απ' όλα του εργατικού μαζικού κινήματος, μπορεί να πραγματοποιηθεί αποτελεσματικά και ολοκληρωμένα η ανασυγκρότηση του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.


6ο Συνέδριο Μ-Λ ΚΚΕ


Μακρόνησος 1947 - 2017